Από παιδί είχα πάντα ένα θέμα με την εμμονή όλων με τους κολλητούς φίλους. Όλοι γύρω μου ήθελαν σώνει και καλά να ονομάσουν κάποιον ως τον καλύτερο φίλο. Να μοιράζονται μυστικά, να περνούν την ώρα τους μαζί, να καταλαβαίνει και να βοηθάει ο ένας τον άλλο. Όλο αυτό μου έμοιαζε κάπως φτιαχτό, περισσότερο εστιασμένο στο όφελος που απολάμβανε ο καθένας, παρά στη δήθεν ουτοπική άνευ όρων φιλία.

Μεγαλώνοντας βέβαια – και συγκεκριμένα μεγαλώνοντας σε μια συντηρητική, ομοφοβική κοινωνία – έμαθα να εκτιμώ αυτό το όφελος. Και το γεγονός ότι οι φιλίες μπορούν να βασίζονται σε μια σιωπηρή (ή και όχι) συμφωνία κατανόησης, αποδοχής και προστασίας. Κάπως σαν μια οικογένεια, αλλά με περισσότερη ειλικρίνεια και λιγότερη κτητικότητα, και λιγότερη παραφροσύνη. Μια οικογένεια που διαλέγουμε εμείς οι ίδιοι.

Έμαθα λοιπόν να εκτιμώ αυτή την οικογένεια, που βασίζεται όχι στο αίμα και στους βιολογικούς δεσμούς, αλλά στην επιλογή, στον τρόπο ζωής και στην ανάγκη. Το έμαθα με δύσκολο τρόπο. Όταν δεν είχα κανένα γύρω μου να καταλάβει τι περνούσα στο σχολείο, όταν δεν είχα κανένα να μοιραστώ την καψούρα μου, τη μοναξιά μου, τα θέλω μου, που φυσικά δεν είχα καν ιδέα πως να τα διαχειριστώ. Το έμαθα με δύσκολο τρόπο, όταν φοβόμουν να βγω από το σπίτι για να μη με βρουν οι στρέιτ νταήδες που με είχαν βάλει στο μάτι. Μέχρι που μια μέρα με βρήκαν μόνο και μου έσπασαν δυο δόντια.

Εμείς, ως LGBTQ+ άτομα λοιπόν έχουμε ανάγκη τους κολλητούς, τους φίλους, την επιλεγμένη μας οικογένεια. Το όφελός τους είναι με λίγα λόγια σωτήριο. Μια οικογένεια που τη φτιάχνουμε λίγο-λίγο ψάχνοντας απελπισμένα για αγάπη και συμπαράσταση, κυρίως δε όταν η βιολογική ή νόμιμη οικογένειά μας δεν μπορεί ή δε θέλει να μας προσφέρει.

Η οικογενειακή αποδοχή πάντα φαίνεται τόσο εξαρτημένη από όρους και υποσημειώσεις. Ακόμα και σήμερα, στο 2019, οι LGBTQ+ σχέσεις αντιμετωπίζουν στίγμα, καταπίεση και πολλές φορές βία. Είμαστε αντιμέτωποι με ένα συνεχές αίσθημα απόρριψης και ντροπής, που φυσικά συνδέεται άμεσα με προβλήματα ψυχικής και συναισθηματικής υγείας που είναι τόσο συνηθισμένα στην LGBTQ+ κοινότητα.

Αν και ο ορισμός της επιλεγμένης οικογένειας είναι σχετικά πρόσφατος, έχουμε μυριάδες παραδείγματα LGBTQ+ ατόμων που συναντώνται, δημιουργούν δεσμούς και επιβιώνουν με παρόμοιο τρόπο ανά τους αιώνες. Από το 1860 τα Harlem drag balls λειτουργούσαν ως μυστικές συγκεντρώσεις, όπου queer και trans άνθρωποι μπορούσαν να βρεθούν και να διασκεδάσουν με ασφάλεια. Οργανωνόταν σε ‘σπίτια’, συμμετείχαν σε διαγωνισμούς, έχτιζαν στην κυριολεξία μια κοινότητα αποδοχής και προστασίας, ακριβώς επειδή είχαν να αντιμετωπίσουν τη χυδαία και αχαλίνωτη βία της καθημερινότητάς τους. Στη συνέχεια δημιουργήθηκαν τα vogue balls του 1980 και του 1990, και αυτά ως μονάδες ενδυνάμωσης με ένα δυνατό πλεονέκτημα: την ισχύ των πολλών.

Και η ιστορία συνεχίστηκε με την εποχή του AIDS και τη φρίκη που επακολούθησε. Οι φίλοι, η επιλεγμένη οικογένεια, οι σύντροφοι δεν είχαν καν το δικαίωμα να επισκεφτούν όσους πέθαιναν στα νοσοκομεία. Και όμως, πάλι συσπειρώθηκαν και δημιούργησαν ομάδες και οργάνωσαν διαμαρτυρίες και φώναξαν και βρήκαν φάρμακα για όσους δεν είχαν να τα πληρώσουν.

Πολλά είναι και τα παραδείγματα στην ποπ κουλτούρα αλλά και στη λογοτεχνία. Παραδείγματα ανθρώπων που βρίσκονται μαζί, σε μικρές ή μεγαλύτερες ομάδες, κάποιες φορές από τύχη και άλλες από καθαρή ανάγκη. Το βλέπουμε σε σειρές όπως το Will and Grace, το Sex and the City, ακόμα και τα Golden Girls. Σε βιβλία όπως το Tales of the City του Armistead Maupin ή το A Little Life της Hanya Yanagihara. Είναι προφανές ότι υπάρχει ένα κίνημα, μια προσπάθεια για να μελετήσουμε, να καταγράψουμε και να γιορτάσουμε τις επιλεγμένες μας οικογένειες και το πόσα μας προσφέρουν.

Τι γίνεται όμως με αυτή τη ‘ειδική’ περίπτωση οικογένειας όταν μεγαλώσουμε λίγο ακόμα; Όταν φτάνουμε στα 30 ή τα 40. Είναι απλό: το ανεκτίμητο όφελος της επιλεγμένης μας οικογένειας γίνεται ακόμα πιο σημαντικό. Όσο οι στρέιτ φίλοι μας ακολουθούν τους δρόμους και τα καλούπια της δικιάς τους κανονικότητας, πολλά LGBTQ+ άτομα μεγαλώνουν μαζί και διαλέγουν λιγότερο γραμμικούς τρόπους ζωής.

Μ’αρέσει να σκέφτομαι αυτές τις ανεξάντλητες και ανεξέλεγκτες επιλογές, την ελευθερία που κρύβουν. Έχουν κάτι σχεδόν το επαναστατικό όλες αυτές τις πιθανότητες. Οι queer ακαδημαϊκοί μιλούν για τον queer χρόνο – ένα είδος εξέλιξης και ανάπτυξης μακριά από τις νόρμες και τους κανονισμούς της ετεροκανονικότητας που ακολουθεί τους δικούς του ρυθμούς. Εκτός από ελευθερία όμως, ο queer χρόνος απαιτεί προσπάθεια. Κάθε αίσθηση προσωπικής επιτυχίας, ευτυχίας και ικανοποίησης, ακόμα και αγάπης, πρέπει να ξαναγραφτεί μέσα σε αυτό το πλαίσιο. Και αυτή η προσπάθεια, όσο ζόρικη και όσο ψυχοφθόρα και να είναι, γίνεται λίγο πιο εύκολη όταν δεν είμαστε μόνοι.

Η δική μου επιλεγμένη queer οικογένεια είναι πάντα δίπλα μου. Μπορεί να μην τους βλέπω τόσο συχνά τώρα πια, μπορεί και να έχουμε χαθεί, να ζούμε σε άλλες πόλεις, σε άλλες χώρες. Αλλά δεν ξεχνάω πως είναι αυτοί που πρώτοι με πήραν από το χέρι και μ’έμαθαν να μη φοβάμαι. Μ’έμαθαν να μιλάω, να ακούω, να μαθαίνω. Να έχω ευαίσθητες κεραίες και ανοιχτά μάτια. Να είμαι περήφανος γι’αυτό που είμαι. Ήταν οι πρώτοι άνθρωποι που απλώς με έκαναν να νιώθω λιγότερο μόνος. Και αυτό είναι σπουδαίο. Ευχαριστώ.

του Κυριάκου Βογιατζή