Η νοηματική και αισθητική αξία του όρου queer είναι αναμφισβήτητη. Παράλληλα όμως θέτει σοβαρούς προβληματισμούς, όταν συναντάται με μεγάλους οργανισμούς πολιτισμού και στοιχεία θεσμικού χαρακτήρα. Ο Φιλ Ιερόπουλος*, ως αντί-καλλιτέχνης, επιμελητής και ερευνητής, καλείται να διαχειριστεί αυτούς τους προβληματισμούς. Εμείς του ζητήσαμε απλά να τους μοιραστεί μαζί μας…

photo: Greek National Opera

Πώς αυτοπροσδιορίζεσαι καλλιτεχνικά;

Χα, «καλλιτεχνικός αυτοπροσδιορισμός»! Μ’ αρέσει. Έχει κάτι ενδιαφέρον να φέρουμε την πολιτική σημασία μιας έννοιας όπως ο αυτοπροσδιορισμός σε άλλα πλαίσια. Ίσως έτσι απελευθερωθούμε λίγο από το βάρος του τι υπονοείται όταν δηλώνει κανείς καλλιτέχνης. Για παράδειγμα εμένα σίγουρα δε μ’ αρέσουν όλα αυτά που έχουν να κάνουν με τις γκαλερί, το σύστημα προώθησης της τέχνης, ούτε και αυτά που συμβαίνουν συνήθως στα ελληνικά ιδρύματα, τύπου καλοτεχνίτικα art fairs του τοίχου ή βαρύγδουπες θεατρικές παραγωγές, βαριέμαι θανάσιμα και μου φαίνονται λίγο παλιάς κοπής gala καταστάσεις που αφορούν ελάχιστο κόσμο που απλά πηγαίνει σε κάτι σαν δεξίωση με κυριλέ-ταγέρ για να παραβρεθεί. Για να μην ακούγομαι γκρινιάρης όμως από το καλήμερα σας να σου πω πώς το βλέπω εγώ το πράγμα. Από τη μια με ενδιαφέρει μια κατανόηση της τέχνης ως παιχνίδι, δηλαδή μια ντανταϊστική προσέγγιση της δημιουργίας, με βασικό στοιχείο τον πειραματισμό, την αυτοαναφορικότητα/αυτοϋπονόμευση, την πλάκα, την ομαδικότητα. Από την άλλη, με ενδιαφέρει και η χρήση της τέχνης ως μιας πιο ποιητικής προσέγγισης σε πολιτικά ζητήματα της εποχής, μιας προσέγγισης πιο ψυχαναλυτικής, του λεγόμενου affect. Δηλαδή μια τέχνη που σε βοηθάει να τοποθετηθείς απέναντι σε ένα πολιτικό θέμα με έναν περίπλοκο συναισθητικό συνδυασμό που ανοίγει ερωτήματα και δεν δε σου λέει τι πρέπει να σκεφτείς. Όλο αυτό δεν μπορεί να επιτευχθεί γράφοντας ένα στεγνό πολιτικό κείμενο. Από εκει και πέρα, έχω χρησιμοποιήσει περφόρμανς, βίντεο, μουσική, κείμενο, εγκαταστάσεις και διάφορους συνδυασμούς των παραπάνω για να πω αυτό που θέλω και γενικά είμαι υπέρ του να δοκιμάζουμε διαφορετικά μέσα αντί να αναλωνόμαστε σε πρωταθλητισμούς μιας εξειδίκευσης στις τέχνες («είμαι ζωγράφος», «είμαι video artist» κλπ). Μ’ ενδιαφέρει επίσης να οργανώνω events, να συνεργάζομαι (το κάνω συνέχεια) και να ανακαλύπτω περφόρμερς και καλλιτέχνες που δεν ήξερα, νομίζω δε θα χάσω ποτέ το ενδιαφέρον μου και ως ερευνητής, όταν βρίσκω κάτι καινούριο που μ’ αρέσει, κάνω σαν παιδάκι.

Μίλα μας λίγο για τα ΦΥΤΑ;

Τα ΦΥΤΑ τα λέμε εννοιολογικό ντουέτο. Ξεκινήσαμε το 2012 ως ένα μουσικό πρότζεκτ – μια ψευδομπάντα κατά κάποιο τρόπο – που συνδυάζει μια δυσλεκτική ποιητική με καλιαρντές κουήρ αναφορές και μια κάπως άναρχη αντί-μουσική προσέγγιση. Στην πορεία αποφασίσαμε πως δεν είμαστε στην πραγματικότητα μπάντα, άλλα ένα αρτ πρότζεκτ και καταπιαστήκαμε με πολλά και διάφορα, από ποίηση και περφόρμανς μέχρι διαδραστικά happenings και συνέδρια, είμαστε υπεύθυνοι για διάφορα hoaxes στο ελληνικό διαδίκτυο, βγάλαμε πρόπερσι ένα βιβλίο, το “Η ΜΑΥΡΗ ΒΙΒΛΟΣ ΤΩΝ ΦΥΤΑ” (οποιαδήποτε ομοιότητα με το παρομοιότιτλο βιβλίο της Χειλουδάκη δεν είναι τυχαία) με κείμενα πάνω στην τέχνη και την πολιτική, ξεκινήσαμε ένα μουσικό label, τη Φυτίνη, τρέχουμε ένα φιλοσοφικοποιητικό podcast που δεν ακούει κανείς (χαχα), ακόμα και μια όπερα θα ανεβάσουμε το Μάρτιο στη Λυρική, τρομάρα μας. Πολλοί θεωρούν πως είμαστε trolls γιατί αρνούμαστε να δούμε το ρόλο του καλλιτέχνη ως αυτό το σοβαροφανές πράγμα και συχνά κάνουμε επιθέσεις σε θεσμούς, όπως και στην ελληνικότητα γενικότερα, δίνουμε δυσνόητες συνεντεύξεις κλπ. Κάποιοι άλλοι λένε πως επειδή έχουμε και οι δυο μούσια σημαίνει πως γαμιόμαστε κιόλας, αλλά το έχουμε ήδη διαψεύσει. Γενικά, προτείνουμε μια τελείως άλλη κατανόηση της έννοιας της καλλιτεχνικής ενασχόλησης και το αποτέλεσμα είναι λίγο όπως λένε στην Αγγλία για το Marmite: you either love it or hate it.

photo: Pinelopi Gerasimou

Τι προτιμάς: κουήρ, κουίρ ή queer; Πόσο εξοικειωμένη πιστεύεις ότι είναι η λοατκι+ κοινότητα στην Ελλάδα με αυτόν τον όρο;

Τον αγγλικό όρο τον χρησιμοποιώ σαφώς, άλλωστε εγώ τα πρώτα μου queer ερεθίσματα τα πήρα στο Λονδίνο και το Βερολίνο στα 00s από τις queer σκηνές εκεί που με επηρέασαν πολύ και πολιτικά και αισθητικά. Στην Ελλάδα όταν μιλάω για τη δουλειά μου και τη σκηνή που με ενδιαφέρει χρησιμοποιώ το κουήρ με ήτα και μπορεί να ακουστεί λίγο υπερβολή, αλλά επιμένω για τη χρήση του ήτα σε κάποια συγκείμενα. Πρόσφατα μίλησα σε ένα πάνελ για το κουήρ περφόρμανς και στο κείμενο που έστειλα για το πρόγραμμα, μου το διόρθωσαν σε γιώτα, λέγοντας μου πως «έτσι γράφονται οι ξενικές λέξεις στα ελληνικά», λες και δεν ξέρω τον κανόνα. Το κουήρ με ήτα προέκυψε την πρώιμη εποχή της συζήτησης για τον όρο στην Ελλάδα, στα μέσα των 00s δηλαδή, όταν ακόμα διάφορος κόσμος αναρωτιόταν πώς μπορεί να εισαχθεί το queer στο ελληνικό λεξιλόγιο, όπως και το αν ένας τόσο περίεργος όρος που δεν έχει συναισθηματικό βάρος γλωσσικά μπορεί να έχει κάποιο νόημα στο ελληνικό συγκείμενο (αξίζει να δει κανείς το άρθρο του Λύο Καλοβυρνά σχετικα, καθώς και την απάντηση των Αποστολλέλη/Δούσου σε συνέδριο για το homonationalism στη Νέα Υόρκη). Το queer το οποίο ήθελε τότε κάποιος κόσμος να εισάγει σχετίζεται με μια πολιτικά διαθεματική κατανόηση των έμφυλων ζητημάτων ως κάτι που δεν έχει να κάνει μόνο πχ με την ομοφυλοφυλία, αλλά είναι πρώτον ταυτοτικά πολύ πιο ευρύ και δεύτερον συνομιλεί με διάφορες άλλες πολιτικές διεκδικήσεις, είναι grassroots/αντικαπιταλιστικό κλπ. Χωρίς να έφτασαν τότε σε μια ξεκάθαρη επιλογή, κάπως τα πράγματα τείναν τελικά προς το ήτα κι έτσι διάφορα γκρουπ όπως το επιδραστικό ανάγνωσμα/γκρουπ qV ή πάρτυ που γίνονταν σε καταλήψεις στα 00s χρησιμοποιούσαν το κουήρ με ήτα. Τα εγχειρήματα αυτά «του ήτα» είχαν ξεκάθαρες συνδέσεις με αυτόνομους/αναρχικούς χώρους, ανθελληνικό, φιλομεταναστευτικό λόγο κλπ, δηλαδή υπήρχαν και κάποια άλλα πράγματα πέρα από το ζήτημα της σεξουαλικότητας. Γύρω στο 2015, άρχισα να βλέπω να σκάει περισσότερο το κουίρ με γιώτα από κόσμο που είτε είχε να κάνει με μια ακαδημία που δεν είχε υπόψη της τις προηγούμενες συζητήσεις της εποχής του qV, είτε από κόσμο που χρησιμοποιεί το queer ως σχεδόν συνώνυμο με το γκέι (ή στην καλύτερη ΛΟΑΤ), πάλι δηλαδή αδιαφορώντας για την ιστορία των κουήρ κινημάτων στον ελλαδικό χώρο. Έχω γενικά παρατηρήσει πως τελευταία όπου αναφέρεται κάποι@ σε «κουίρ» συνήθως απλά εννοεί γκέι/ΛΟΑΤ χωρίς παραπάνω περιπλοκότητα, ενώ όσα αναφέρονται σε «κουήρ» μάλλον τείνουν προς το διαθεματικό / περισσότερο πολιτικό. Εμένα προσωπικά το κουίρ με γιώτα δε με ενδιαφέρει ιδιαίτερα, οπότε είναι κάπως χρήσιμο εργαλείο αυτό το ι/η, για να ξέρω αν θα πάω σε κάποιο ιβέντ ή όχι, χαχα!

Ποια είναι τα χαρακτηριστικά μιας queer performance;

Αυτό είναι πολύ μεγάλη κουβέντα και με την οποία έχουμε καταπιαστεί κάποιος κόσμος στην Αθήνα εδώ και 6-7 χρόνια. Από το φεστιβάλ Sound Acts και το AMOQA μέχρι τα σύγχρονα drag shows στο bequeer, διάφορα περφόρμερς έχουν προτείνει μια σειρά από διαφορετικές μεθοδολογίες. Δε θα ήθελα σε καμιά περίπτωση να δώσω κάποιον ορισμό τι είναι queer performance, αλλά μπορώ να σου πω τι ενδιαφέρει εμένα και κάτα κάποιο τρόπο τη σκηνή στην οποία ανήκω. Το περφόρμανς είναι σημαντικό κομμάτι των queer διεκδικήσεων παντού στον κόσμο, είναι έντονα συνδεδεμένο δηλαδή με ακτιβιστικές σκηνές, ίσως γιατί η τέχνη του περφόρμανς είναι η κατ’ εξοχήν τέχνη που μιλάει για την έννοια της επιτελεστικότητας, το πως δηλαδή και το φύλο μας είναι ένα συνεχές κοινωνικό περφόρμανς. «We are born naked, the rest is drag», όπως είπε η RuPaul. Πρόσφατα οργανώσαμε ένα μινι-φεστ στην καλών τεχνών που λεγόταν Queer Performance Lab και εκεί αναπτύξαμε με μια σειρά από περφόρμερς κάποιες ιδέες για το τι είναι πια το κουήρ περφόρμανς στην Αθήνα του 2019. Αν σου έκανα τώρα μια πολύ συνοπτική λίστα, θα έλεγα πως σημαντικά χαρακτηριστικά του είναι ό,τι είναι άμεσα πολιτικό και διαθεματικό (και συχνά αντιπατριωτικό/ανθελληνικό), ό,τι το κουήρ περφόρμερ δεν είναι ηθοποιός που υποδύεται έναν ρόλο, αλλά ένα περφόρμανς είναι πάντα (ψυχαναλυτικη;) προέκταση της εαυτής του, ότι φαντάζεται ένα σώμα που αισθητικά μοιάζει με ένα DIY, μετανθρώπινο, υβριδικό κολλάζ που συχνά είναι αστείο, υστερικό, γελοίο, ότι έχει μια σχέση συγχρόνως αγάπης και μίσους με τα ποπ θεάματα, ό,τι ασχολείται με το προσωπικό τραύμα και αποσιωπημένες ιστορίες του περιθωρίου, ότι είναι τέλος πάντων κάτι που ζει και αναπνέει.

photo: Alex Kat

Θεωρείς πως τα ελληνικά ιδρύματα πολιτισμού αντιλαμβάνονται την έννοια του queer με επιφανειακό και ευκαιριακό χαρακτήρα; Αν ναι, γιατί;

Εδώ και κάποια χρόνια έχω αυτή την ενδιάμεση θέση που ενώ έχω σχέση με τις αυτόνομες κουήρ σκηνές, προσπαθώ να κάνω και κάποια πράγματα σε θεσμικά πλαίσια. Είναι μια θέση για την οποία μου ασκείται κριτική και από τις δυο πλευρές, αλλά την έχω πάρει πολύ συνειδητά, γιατί πιστεύω πως είναι σημαντικό στις πολιτικές διεκδικήσεις θεσμοί και underground κάπως να συνομιλούν. Έχοντας μια κάποια εμπειρία λοιπόν από τα ελληνικά ιδρύματα πολιτισμού, γενικά θεωρώ πως αντιλαμβάνονται όλες τις έννοιες και ιδιαίτερα αυτές που έχουν να κάνουν με μικρές κοινότητες και υποκουλτούρες ευκαιριακά. Σχεδόν ποτέ δεν έχω κάνει meeting με κάποιο ίδρυμα πολιτισμού για τη διοργάνωση εκδήλωσης και να νιώσω πως τα άτομα με τα οποία μιλάω έχουν κάνει τη στοιχειώδη έρευνα γύρω από τα θέματα για τα οποία μιλάμε. Αυτό, μαζί με την απόλυτη έλλειψη πολιτικής συνέχειας και ιστορικής αρχειοθέτησης στην Ελλάδα κάνει τα ιδρύματα εξαιρετικά αρτηριοσκληρωτικά και τελικά είναι απλά πολύ δύσκολο να υπάρξει το κουήρ μέσα σε κάτι τέτοιο. Κάποιος κόσμος θεωρεί πως εκ των πραγμάτων το κουήρ ειναι κάτι που πρέπει να είναι εξωθεσμικό, εγώ δεν πιστεύω σ’ αυτό απαραίτητα, αλλά ότι είναι σημαντικό να αλλάζουμε τους θεσμούς για να μας χωρέσουν έστω στοιχειωδώς κάποια στιγμή. Άλλωστε θεωρώ πως τα κουήρ περφόρμερς πρέπει να πληρώνονται και πως το να θεωρούμε δεδομένο πως θα κάνουν πράγματα για πάντα χωρίς οικονομική στήριξη σε αυτόνομους χώρους είναι τελείως προβληματικό ταξικά. Δυστυχώς το κουήρ δεν πολυχωράει στους θεσμούς στην Αθήνα όπως είναι μέχρι τώρα, ούτε safe spaces είναι ταυτοτικά, ούτε οικονομικά στηρίζεται και κάποιες φορές αποσιωπάται κιόλας. Για να σας δώσω ένα παράδειγμα του τελευταίου, τον Ιούλιο πήρα μέρος σε μια ημερίδα που λεγόταν «Το Καθ’ ημάς Κουίρ» στο Φεστιβάλ Αθηνών με διάφορες παρουσιάσεις για το τι είναι τέλος πάντων οι κουήρ τέχνες, δυστυχώς όμως κυρίως από κόσμο που έχει ελάχιστη σχέση μ’ αυτές. Μαζί με μια σειρά από κουήρια εμφανιστήκαμε τελευταία, κάνοντας ένα μανιφέστο/περφόρμανς/intervention που έθετε σημαντικά ερωτήματα για τα ταξικά, έμφυλα, body shaming κλπ προβλήματα του ελληνικού θεάτρου. Συγχρόνως ξεντυνόμασταν, φιλιόμασταν, ήταν τέλος πάντων κάπως πανκ. Ένα μήνα μετά, λάβαμε ένα μέιλ πως η δική μας παρουσίαση ήταν η μόνη που δεν αρχειοθετήθηκε στη σελίδα γιατί «δεν ήταν όσο ακαδημαϊκή όσο οι άλλες». Με λίγα λόγια μας έκοψαν γιατί παρά ήμασταν κακά παιδιά και κάναμε κριτική σε μια ημερίδα υποτίθεται αφιερωμένη στο κουήρ! Ποστάραμε την ιστορία στο fb και πολύς κόσμος μας στήριξε, αλλά κανένα από τα συνομιλητά μας δεν εναντιώθηκε σ’ αυτή την περίπτωση λογοκρισίας και μάλιστα το φεστιβάλ δε μας έχει στείλει καν το βίντεο που τραβήχτηκε για να το αναρτήσουμε τουλάχιστον εμείς κάπου. Με άλλα λόγια τα ιδρύματα θέλουν λίγο από το γκλάμουρ του κουήρ για να το παίξουν προχώ, αλλά μόνο αν τους κοστίζει πολύ λίγο και μόνο αν είναι ένα κουήρ υπάκουο και ευγνώμων που του πέταξαν πέντε ψίχουλα. Και μάλιστα αν γκρινιάξεις για τους θεσμούς τέχνης στην Ελλάδα, μπαίνεις και σε μαύρες λίστες, πολύ πιθανόν μετά απ’ αυτή τη συνέντευξη να μη με ξαναπάρει ποτέ τηλέφωνο το φεστιβάλ, χαχαχα… Δεν είναι βέβαια όλα μαύρη μαυρίλα και απόγνωση. Πέρσι το Δεκέμβρη ανεβάσαμε στην Εναλλακτική Σκηνή της Λυρικής το “Κουήρ Αναγνώσεις της Λένας Πλάτωνος” και κάποιος που δούλευε εκεί μίλησε άσχημα σε έναν συνεργάτη μας, το καταγγείλαμε και μας απάντησαν, του έκαναν παρατήρηση και γενικά ενδιαφέρθηκαν για την περίπτωση. Υπάρχουν παραδείγματα καλών πρακτικών.

Μεταξύ άλλων έχεις αναλάβει και την καλλιτεχνική επιμέλεια του φετινού asfaBBQ, του φεστιβάλ περφόρμανς της Ανωτάτης Σχολής Καλών Τεχνών στις 13-20 Σεπτεμβρίου. Μίλα μας λίγο γι΄αυτό;

Εδώ και πέντε χρόνια στην ΑΣΚΤ στην Πειραιώς συμβαίνει ένα φεστιβάλ περφόρμανς και εννοιολογικών τεχνών που λέγεται asfaBBQ και από πέρσι είμαι στην επιμελητική ομάδα αυτού. Είναι ένα φεστιβάλ που προτείνει κάτι αρκετά διαφορετικό απ΄τα συνηθισμένα καλοτεχνίτικα ας πούμε, έχει πολύ περισσότερη σχέση με τα λαϊκά θεάματα και τις ποπ κουλτούρες, είναι επικοινωνιακό/πολιτικό και κάνει φόκους στις ζωντανές τέχνες κι όχι πράγματα που κρεμάμε στους τοίχους. Κάθε χρόνο υπάρχει μια γενική θεματική γύρω από την οποία κινείται το φεστ και φέτος η θεματική είναι οι δημιουργικές ομάδες και σκηνές, το DIY και εξωθεσμικό και γενικώς η ερώτηση του πως απαντάει κανείς την εποχή του alt-right στο ζήτημα της συλλογικότητας. Δοκιμάζουμε λοιπόν αντίστοιχα και μια συνεργατική επιμέλεια, κάθε μέρα συνδιοργανώνεται μαζί με ένα διαφορετικό πρότζεκτ/ομάδα/χώρο. Τα πρότζεκτς με τα οποία συνεργαζόμαστε είναι τα εξής: Athens Festival of Queer Performance, Φεμινιστικό Αυτόνομο Κέντρο Έρευνας, ΜΕΜΕ (communitism), Sub Rosa Space, Φυτίνη, ΣΚΡΑ-Πανκ, Queer Ink, Faster Than Light, Text of Appearances. Το πρόγραμμα μπορείτε να το βρείτε στη σελίδα του asfaBBQ και γενικά όπως θα δείτε είναι αρκετά τα κουήρ πράγματα φέτος! Η τελευταία μέρα συγκεκριμένα, που διοργανώνεται από το Queer Ink με το Justice for Zackie, είναι ένα open mic event που ονομάζεται «Μιλήστε για τη Ζάκι» και είναι το δεύτερο μέρος από κάτι που διοργανώθηκε στο AMOQA πέρσι κάποιες βδομάδες μετά το θάνατο του Ζακ, όπου ποιητές, ακτιβιστές, φίλοι του Ζακ, αλλά και οποιοδήποτε άτομο ήθελε μίλησαν για το τι ήταν και είναι για αυτούς ο Ζακ, όπως και το πώς είναι να ζει κανείς ως κουήρ στην Ελλάδα. Αυτό είναι και το κλείσιμο του φετινού asfaBBQ στις 20 του μηνός γιατί για όλα εμάς που κάνουμε κουήρ τέχνες στην Αθήνα αυτή η πληγή είναι ακόμα ανοιχτή και δε θα σταματήσουμε να μιλάμε για τη Ζάκι μέχρι τουλάχιστον στοιχειωδώς να αποδοθεί δικαιοσύνη.


Ο Φιλ Ιερόπουλος είναι αντι-καλλιτέχνης, επιμελητής και ερευνητής, 1/2 του εννοιολογικού ντουέτου ΦΥΤΑ και μέλος μιας σειράς πρότζεκτ όπως το Athens Festival of Queer Performance, οι πλατφόρμες queer ηχητικής τέχνης Sound Acts και Φυτίνη, το ετήσιο φεστιβάλ performance ASFA BBQ της Σχολής Καλών Τεχνών της Αθήνας, ενώ διδάσκει digital media στο Buckinghamshire New University.

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο vth@avmag.gr. Cu!