“Η διαφορετικότητα στη σεξουαλική συμπεριφορά αποτελεί φυσικό μέρος της συνολικής ανθρώπινης ποικιλομορφίας”

Το 1993, οι ερευνητές ανακάλυψαν μια έκταση του DNA στο χρωμόσωμα X που πίστευαν ότι συνδέονταν με την ανδρική ομοφυλοφιλία. Τα χρόνια που ακολούθησαν, η έννοια του «gay γονιδίου» αποτέλεσε πηγή συζήτησης τόσο για την επιστημονική κοινότητα όσο και για το ευρύ κοινό.

Μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Science και που θεωρείται ως η πιο ολοκληρωμένη μέχρι τώρα δίνει κάποιες σημαντικές πληροφορίες. Μετά τη μελέτη του DNA περίπου μισού εκατομμυρίου ανθρώπων με ποικίλες σεξουαλικές εμπειρίες, οι ερευνητές δεν βρήκαν στοιχεία για ένα συγκεκριμένο «gay γονίδιο».

Οι ερευνητές εξέτασαν τα δεδομένα γονότυπου και τις αυτοαναφερόμενες σεξουαλικές ιστορίες από σχεδόν 500.000 (κυρίως λευκά cis) άτομα, που συμμετείχαν είτε σε μελέτες γενετικής έρευνας είτε είχαν αγοράσει προϊόντα γενετικού ελέγχου και συμφώνησαν να συμπεριληφθούν στη μελέτη.

Μεταξύ των περίπου 30.000 γονιδίων, οι ερευνητές βρήκαν τουλάχιστον πέντε γονιδιακές παραλλαγές που σχετίζονται με τη ομοφυλοφιλική δραστηριότητα, αν και η καθεμία ξεχωριστά μπορεί να επηρεάσει ελάχιστα τη σεξουαλικότητα ενός ατόμου. Οι παραλλαγές αυτές συνολικά μπορούν να αντιπροσωπεύουν από το 8% έως το 25% της διακύμανσης των σεξουαλικών συμπεριφορών.

Η μελέτη, ωστόσο, έδωσε κάποιες ενδείξεις για το πώς η γενετική θα μπορούσε να σχετίζεται με την ομοφυλοφιλία. Μια παραλλαγή, για παράδειγμα, εντοπίστηκε σε μια περιοχή DNA που είναι επίσης το σπίτι των γονιδίων που σχετίζονται με την αίσθηση της όσφρησης, η οποία σύμφωνα με προηγούμενη έρευνα μπορεί να συνδέεται με τις σεξουαλικές προτιμήσεις.

“Η gay σεξουαλική συμπεριφορά είναι … πολύ πολυγονική, που σημαίνει ότι υπάρχουν πολλές παραλλαγές που συμβάλλουν σ΄αυτή”, σημειώνει η Andrea Ganna, ερευνήτρια στο Γενικό Νοσοκομείο της Μασαχουσέτης και στην Ιατρική σχολή του Χάρβαρντ. “Αυτή η μελέτη παρέχει περαιτέρω στοιχεία ότι η διαφορετικότητα στη σεξουαλική συμπεριφορά αποτελεί φυσικό μέρος της συνολικής ανθρώπινης ποικιλομορφίας”.

Οι ερευνητές υπογραμμίζουν ότι η μελέτη τους αφορούσε κυρίως σε σεξουαλικές εμπειρίες και όχι σε σεξουαλικό προσανατολισμό ή ταυτότητα. Ενώ οι συμμετέχοντες ρωτήθηκαν αν είχαν σεξουαλική επαφή με άτομα του ίδιου φύλου, δεν ταυτίζονταν αναγκαστικά ως ΛΟΑΤΚΙ+.

Η μελέτη θέτει επίσης υπό αμφισβήτηση την εγκυρότητα της κλίμακας Kinsey: την ιδέα ότι η σεξουαλικότητα μπορεί να βαθμολογηθεί γραμμικά σε κλίμακα 0 έως 6.

“Είναι απλοϊκό να υποθέτουμε ότι όσο περισσότερο προσελκύεται κάποιος από το ίδιο φύλο, τόσο λιγότερο προσελκύεται από το αντίθετο”, γράφει η ερευνητική ομάδα. «Δεν υπάρχει μια συγκεκριμένη διάσταση στην σεξουαλικότητα».

Η μελέτη αφήνει βέβαια πολλά ερωτήματα αναπάντητα, εν μέρει διότι αναφέρεται σε ένα αρκετά ομοιογενές δείγμα. Περιορίζεται κυρίως σε λευκά άτομα και δεν περιλαμβάνει καμία τρανς ταυτότητα.

“Υπογραμμίζει ότι υπάρχει ένα στοιχείο βιολογίας και ότι υπάρχει ένα στοιχείο περιβάλλοντος και υπογραμμίζει ότι η [σεξουαλική ποικιλομορφία] είναι φυσικό μέρος του είδους μας. Αποτελεί ένα φυσικό και φυσιολογικό μέρος της διακύμανσης στο είδος μας και γι΄αυτό δεν πρέπει να προσπαθούμε να αναπτύξουμε θεραπείες μεταστροφής της. Αυτό δεν είναι προς το συμφέρον κανενός”, σημειώνει χαρακτηριστικά.