Πρόσφατα παρευρέθηκα στη συζήτηση για την εργασία στο σεξ «Sex is my business», που πραγματοποιήθηκε στα πλαίσια του Outview Film Festival. Η συζήτηση αφορούσε σε ένα ζήτημα για το οποίο έχουν ειπωθεί πολλά, αλλά όχι αρκετά. Ή μάλλον όχι αυτά που θα έπρεπε. Θα παραθέσω λοιπόν τα κυριότερα σημεία της συζήτησης, σε μια προσπάθεια να μεταφέρω τους προβληματισμούς πρώην και νυν εργαζομένων στο σεξ, αλλά και τις ελπίδες για την αλλαγή των συνθηκών άσκησης του εν λόγω επαγγέλματος.

Στο πάνελ συμμετείχαν η Eva Collé, σεξεργάτρια, μοντέλο και μπλόγκερ, ο Jonathan Agassi, πορνοστάρ και σεξεργάτης, η Μπέτυ Βακαλίδου, συγγραφέας, ηθοποιός και ακτιβίστρια, η Άννα Απέργη, ακτιβίστρια και γραμματέας επικοινωνίας του Σωματείου Υποστήριξης Διεμφυλικών και η Μαρία Καββαλάκη, Νομική Σύμβουλος στο Κέντρο Ζωής. Τη συζήτηση συντόνισε ο Γρηγόρης Βαλλιανάτος.

Οι εμπειρίες σεξεργατών

Η Eva δουλεύει στο Βερολίνο, όπου η εργασία στο σεξ είναι νόμιμη. Είναι της άποψης ότι αν και η νόμιμη εργασία περιλαμβάνει περιορισμούς που δυσκολεύουν το επάγγελμά της, είναι σίγουρα προτιμότερη από την παράνομη, καθώς παρέχει πολύ περισσότερη ασφάλεια. Καθίσταται δηλαδή δυσκολότερο για τους πελάτες να παραβούν άτυπους και τυπικούς κανόνες. Δεν πιστεύει στο τετριμμένο, πλέον, empowerment που σχετίζεται πολλές φορές με την εργασία στο σεξ, καθώς τη θεωρεί ένα απλό επάγγελμα. Έφυγε από την Ιταλία, όπου, όπως ανέφερε, οι νόμοι είναι υπερβολικά περιοριστικοί και ενίοτε επικίνδυνοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο νόμος ο οποίος ποινικοποιεί τους οίκους ανοχής και υποχρεώνει τους σεξεργάτες να δηλώνουν τη διεύθυνση κατοικίας και εργασίας τους, φαινομενικά για να τους προστατέψει, αλλά στην πραγματικότητα, όπως είπε η Eva, για να ασκήσει έλεγχο πάνω τους. Το τρέιλερ της ταινίας «Searching Eva» με πρωταγωνίστρια την Eva που προβλήθηκε στο Outview Film Festival :

Ο Jonathan ξεκίνησε να δουλεύει στη βιομηχανία του σεξ ως πορνοστάρ. Ήθελε να έχει μια άνετη ζωή και θεώρησε πως το πορνό θα του απέφερε αρκετά χρήματα. Και όντως του απέφερε αρκετά, αλλά όχι όσα περίμενε. Τα έσοδά του αυξήθηκαν, και πάλι όμως όχι θεαματικά, όταν άρχισε να δουλεύει και ως συνοδός. Το escorting τού άρεσε, μπορούσε να είναι επιλεκτικός με τους πελάτες του, ενώ κατείχε τον απόλυτο έλεγχο της δουλειάς του. Χρειάστηκε ωστόσο να σταματήσει, καθώς είχε καταπονήσει το σώμα του αρκετά. Κάνοντας την αυτοκριτική του, είπε πως δεν άκουσε το σώμα του όταν άρχισε να εξαντλείται και επιπλέον άρχισε να κάνει χρήση ναρκωτικών ουσιών, που γρήγορα βγήκε εκτός ελέγχου. Θα συμβούλευε κάποιον που σκέφτεται να δουλέψει ως σεξεργάτης να ενδιαφερθεί ενδελεχώς για τις λεπτομέρειες του επαγγέλματος και να μην αμελήσει ποτέ την ψυχική και σωματική του υγεία. Το τρέιλερ της ταινίας «Jonathan Agassi saved my life» με πρωταγωνιστή τον Jonathan που προβλήθηκε στο Outview Film Festival :

Η Μπέττυ Βακαλίδου ξεκίνησε να εργάζεται στη βιομηχανία του σεξ στην Ελλάδα της δεκαετίας του ΄70, καθώς αυτή ήταν η μόνη της διέξοδος. Η εποχή, φυσικά, ήταν σκληρή και οι συνθήκες καθόλου ευνοϊκές. Ανέφερε χαρακτηριστικά πως οι σεξεργάτριες δεν είχαν καμία ασφάλεια, ενώ αποτελούσαν αντικείμενο χλευασμού και στόχο για βιαιοπραγίες. Η Άννα Απέργη σχολίασε πως ο ακτιβισμός και οι αγώνες κατοχύρωσης δικαιωμάτων στην Ελλάδα ξεκίνησαν από τις γυναίκες εκείνης της εποχής. Η Μπέττυ Βακαλίδου έχει γράψει αυτοβιογραφικά βιβλία, στα οποία καταγράφει μεταξύ άλλων τις προσωπικές της εμπειρίες.

Το πάνελ αποτέλεσαν (από αριστερά) οι Γρηγόρης Βαλιανάτος, Μαρία Καββαλάκη, Μπέττυ Βακαλίδου, Άννα Απέργη, Jonathan Agassi, Eva Collé και Pia Henthall.

Οι νόμοι στην Ελλάδα

Η Άννα Απέργη εξήγησε με πολύ άμεσο τρόπο τις συνθήκες της εργασίας στο σεξ στην Ελλάδα και τους λόγους για τους οποίους οι νόμοι δεν επιτρέπουν την εξάλειψη του στίγματος. Συγκεκριμένα, στη χώρα μας η εργασία στο σεξ είναι νομιμοποιημένη. Η νομιμοποίηση όμως δεν ταυτίζεται με την αποποινικοποίηση. Αυτό σημαίνει ότι η εργασία υπόκειται σε νόμους που την καθιστούν πρακτικά αδύνατη, νόμοι που ορίζονται στο διαβόητο άρθρο 2734/99 του συντάγματος. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η απαγόρευση άσκησης επαγγέλματος σε απόσταση μικρότερη των 200 μέτρων από μια πληθώρα οργανισμών (σχολεία, εκκλησίες, ευαγή ιδρύματα), ενώ οι υποχρεωτικές ιατρικές εξετάσεις κάθε 15 μέρες διαιωνίζουν το στίγμα, καθώς συνδέουν τους σεξεργάτες με τα αφροδίσια νοσήματα.

Ο νόμος απαγορεύει επίσης στον εργαζόμενο να είναι έγγαμος, παραβιάζοντας έτσι την ιδιωτικότητά του και περιορίζοντας την εργασία στο σεξ έχοντας ως βάση αναχρονιστικές αντιλήψεις και απαρχαιωμένα ήθη. Δεν επιτρέπεται δε, η στέγαση δύο ή παραπάνω σεξεργατών στο ίδιο κτίριο. Φυσικά, ο κίνδυνος που προκύπτει από την απαγόρευση αυτή είναι εμφανής : οι εργαζόμενοι αναγκάζονται να δουλεύουν απομονωμένοι και σε ερημικές περιοχές, αυξάνοντας έτσι τις πιθανότητες να πέσουν θύματα βίαιων επιθέσεων, κακοποίησης και εκμετάλλευσης.

Οι ακραίοι περιορισμοί δεν αποτρέπουν την εργασία στο σεξ. Ο αριθμός των σεξεργατών δεν έχει μειωθεί, αντιθέτως έχει αυξηθεί ο αριθμός αυτών που εργάζονται παράνομα. Προκειμένου να μπορούν να έχουν εισόδημα, οι σεξεργάτες προτιμούν να λάβουν ρίσκα και να θέσουν την ακεραιότητά τους σε κίνδυνο. Και αν τελικά συλληφθούν και αποκτήσουν ποινικό μητρώο, θα καταστεί εξαιρετικά δύσκολο να προσληφθούν σε άλλη εργασία, επομένως υποχρεώνονται ουσιαστικά να συνεχίσουν να πουλάνε σεξ επ’ αόριστον, είτε το επιθυμούν είτε όχι. Το κράτος, λοιπόν, αποτυγχάνει να τους προστατεύσει και κάνει τα πράγματα ακόμη δυσκολότερα.

Και τώρα, τι;

Η απόλυτη ποινικοποίηση, η μερική ποινικοποίηση, το Σουηδικό μοντέλο με την ποινικοποίηση του πελάτη, αλλά και η νομιμοποίηση δεν έχουν δουλέψει. Και με αυτό εννοώ πως δεν έχουν ευνοήσει τους σεξεργάτες, δηλαδή τους πολίτες που αφορούν άμεσα. Όμως υπάρχει λύση. Συγκεκριμένα, ομόφωνα ειπώθηκε πως το ιδανικό νομικό πλαίσιο που αφορά την εργασία στο σεξ είναι εκείνο της Νέας Ζηλανδίας. Στη Νέα Ζηλανδία, από κοινού με τους εργαζομένους στο σεξ, πράγμα τόσο θετικό όσο και πρωτοφανές, ορίστηκε η πλήρης αποποινικοποίηση της εργασίας στο σεξ. Έτσι, οι σεξεργάτες μπορούν να ασκούν το επάγγελμά τους υπό τους δικούς τους όρους, χωρίς φόβο και μακριά από κινδύνους. Μπορούν να εργάζονται μαζί, μπορούν να αρνηθούν να δουν έναν πελάτη οποιαδήποτε στιγμή αν τον θεωρήσουν επικίνδυνο, μπορούν να κάνουν καταγγελίες πολύ ευκολότερα. Ο στόχος, λοιπόν, είναι να ακολουθήσει το παράδειγμα της Νέας Ζηλανδίας και όλος ο υπόλοιπος κόσμος.

Πολλοί θεωρούν πως οι εργαζόμενοι στη βιομηχανία του σεξ υποφέρουν. Και σε μεγάλο βαθμό, η αντίληψη αυτή ισχύει. Αυτό όμως δε συμβαίνει επειδή η εργασία στο σεξ είναι εγγενώς κακή και επικίνδυνη, αλλά γιατί οι εργαζόμενοι δε μπορούν να δουλεύουν με τους δικούς τους όρους.  Λύση του προβλήματος δεν αποτελεί η απαγόρευση της εργασίας στο σεξ, η οποία απαγόρευση παραβιάζει δικαιώματα όπως η αυτοδιάθεση του σώματος και ωθεί εργαζομένους που δεν έχουν άλλη διέξοδο στην παράνομη εργασία. Αντίθετα, η λύση έγκειται στη λήψη μέτρων που καθιστούν τις συνθήκες άσκησης του επαγγέλματος ευνοϊκές για τους εργαζομένους, που δεν αφήνουν χώρο για την εκμετάλλευση και την κακοποίησή τους και που εξασφαλίζουν τις ιδανικές συνθήκες ώστε να μπορούν να εργάζονται νόμιμα, απαλλαγμένοι από διαρκείς κινδύνους.

Η ταύτιση της εργασίας στο σεξ με το trafficking είναι λανθασμένη. Όπως αναφέρει η Juno Mac, εργαζόμενη στο σεξ, στο βίντεο παρακάτω, υπάρχουν άνθρωποι που καταναγκάζονται να δουλεύουν ως σεξεργάτες, όμως η αντιμετώπιση των σοβαρών αυτών εγκληματικών περιστατικών δε θα έπρεπε να επηρεάζει τους σεξεργάτες που έχουν επιλέξει οι ίδιοι να ασκούν το επάγγελμά τους. Τέλος, εφόσον η εργασία στο σεξ αποτελεί μια εδραιωμένη πραγματικότητα, το κράτος οφείλει να συνεργαστεί με τους σεξεργάτες προκειμένου να θεσπίσει πρακτικούς κανονισμούς που στόχο θα έχουν να προστατέψουν και όχι να τιμωρήσουν.

Στην Ελλάδα λειτουργεί το «Red Umbrella Αthens» (RUA), πρωτοβάθμιος φορέας πρόληψης και ενδυνάμωσης εργαζόμενων στο σεξ, στο κέντρο της Αθήνας. Περισσότερες πληροφορίες μπορείτε να βρείτε εδώ.