“Είχα γνωρίσει για πρώτη φορά τρανς άτομα στην Ξάνθη, έρχονταν επισκέψεις πού και πού. Δεν είχα καταλάβει βέβαια τότε, δεν ήξερα καν τι είναι τρανς. Στα κλαμπ, άκουγα τους γύρω μου να λένε “τρανς, τρανς” και ρωτούσα “Τι είναι αυτό το τρανς;” Με έλκυε πάντως όλο αυτό, με τραβούσε.”

Η Άντζι είναι τρανς γυναίκα. Γεννήθηκε στην Ξάνθη, σε μουσουλμανική οικογένεια. Έχει ζήσει σε Πάτρα, Αθήνα και Θεσσαλονίκη, αλλά τα τελευταία χρόνια έχει γυρίσει πίσω. Αγαπάει πολύ την πόλη που γεννήθηκε, το αναφέρει συνέχεια.

Ζει σε ένα μικρό σπίτι, μετακόμισε πρόσφατα. Καθόμαστε στο σαλόνι, είναι ήδη εκεί η φίλη της, Δώρα. Μετά από λίγο, έρχεται και ο Χρήστος. Είναι και οι τρεις μέλη της “Πολύχρωμης Πολυπολιτισμικής Ομπρέλας Ξάνθης”, μιας άτυπης ομάδας που ενημερώνει, προβληματίζει και υποστηρίζει άτομα για θέματα σχετικά με φύλο, σώμα και σεξουαλικότητα.

Τον Νοέμβριο διοργάνωσαν στη Θεσσαλονίκη μια εκδήλωση-ενημέρωση γύρω από την Intersex ταυτότητα, μετά από κάλεσμα του Radical Pride. “Έχουμε μέλη από κάθε ταυτότητα, ακόμα και ΑμεΑ. Μια λεσβία μας λείπει, αλλά θα βρούμε κάποια,” λέει γελώντας η Άντζι. Η ομάδα είναι ανοιχτή σε οποιοδήποτε άτομο, ανεξαρτήτως σεξουαλικού προσανατολισμού ή ταυτότητας φύλου.

Στην Ξάνθη ζουν πολλά LGBTQ άτομα, κάποια από αυτά τρανς. “Να σημειωθεί ότι δεν υπάρχει ιδιαίτερη υποστήριξη από gay άτομα της Ξάνθης. Δεν ξέρω τι φοβούνται, μη φανούν ίσως. Σε εκδηλώσεις όπως ομιλίες και ημερίδες, οι περισσότεροι που παρακολουθούν είναι άτομα εκτός LGBT κοινότητας, πολλοί από αυτούς εκπαιδευτικοί, ενώ στα πάρτυ μας έρχονται περισσότερο άτομα από Κομοτηνή, από Καβάλα, από Αλεξανδρούπολη, παρά από Ξάνθη,” λέει ο Χρήστος.

Μιλάμε για τη ζωή στην Ξάνθη πριν τη φυλομετάβαση. Προτού αναφερθεί σε οτιδήποτε άλλο, η Άντζι θέλει να μοιραστεί ένα γεγονός από την παιδική της ηλικία. Όταν ήταν 9 χρονών, υπήρξε κατ’ εξακολούθηση θύμα βιασμού, κάτι που τη σημάδεψε σε όλη τη διάρκεια της ζωής της.

“Πριν τη μετάβαση, ζούσα όσο το δυνατόν πιο κρυφά. Παρόλα αυτά, άκουγα σχόλια, πολύ άσχημα σχόλια, είχε αρχίσει το πρώτο ‘bullying’. Είχα φτάσει σε σημείο για να φτάσω στο μαγαζί μου (είχα ένα κομμωτήριο και ένα καφέ-μπαρ), να πηγαίνω από διάφορα στενά και δρόμους, δεν ήθελα να με βλέπει κανείς.

Ένιωθα άσχημα, νόμιζα ότι είχα κάτι κακό. Άρχισα να αποξενώνομαι, αν και είχα πολλούς φίλους, άρχισα να απομακρύνομαι όλο και περισσότερο. Δεν καταλάβαινα τι μου συνέβαινε, αλλά δεν είχα και κάπου να απευθυνθώ. Η μητέρα μου ήταν άρρωστη, στο κρεβάτι για χρόνια, ήμουν μοναχοπαίδι. Είχα φτάσει στα πρόθυρα αυτοκτονίας.”

Η Άντζι είχε κρατήσει επαφές με τρανς άτομα που είχε γνωρίσει στην Ξάνθη. Την ημέρα που είχε αποφασίσει να αυτοκτονήσει, πήρε τηλέφωνο μια φίλη της, από Πάτρα. Της πρότεινε να πάει να ζήσει εκεί, κοντά της. Η Άντζι τα μάζεψε όλα, έκλεισε τα μαγαζιά της και έφυγε. “Ο πατέρας μου έλεγε αν φύγω να μην γυρίσω, με ρωτούσε γιατί τον αφήνω μόνο του. Στεναχωριέμαι που τους άφησα, ήταν άρρωστη και η μητέρα μου, αλλά νομίζω ότι αν έμενα εδώ, θα έκανα κακό στον εαυτό μου.”

Η Άντζι έφυγε πρώτη φορά από την Ξάνθη στα τέλη της δεκαετίας του ‘90. Μετά από λίγο καιρό στην Πάτρα, μίλησε στη φίλη της, είχε αποφασίσει να κάνει τη μετάβαση. Ήταν Αύγουστος του 1998. Εκείνη τη ρώτησε αν είναι σίγουρη. “Δεν μπορώ να κρυφτώ πια. Εκφράζει καλύτερα αυτό που είμαι, νιώθω καλύτερα με τον εαυτό μου. Θέλω να νιώσω ελεύθερη.” Τότε, μετακόμισε στην Αθήνα.

Στις αρχές του 2000, έκανε τις πρώτες επεμβάσεις. Την προηγούμενη ημέρα, τηλεφώνησε σε μία ξαδέρφη της. Της ζήτησε να πάρει τηλέφωνο τον πατέρα της, να του το πει. Μίλησαν ένα μήνα μετά, της είχε τηλεφωνήσει αυτός. “Προχώρησες πολύ. Αλλά εγώ είμαι εδώ, η μαμά σου είναι εδώ, το σπίτι σου είναι εδώ. Να έρθεις οπωσδήποτε.”

Συζητάμε λίγο για την πρώτη επίσκεψη στο σπίτι της, στην Ξάνθη, τρία χρόνια αφού είχε φύγει. “Έμενα σε ξενοδοχείο, πήρα ταξί για να πάω σπίτι μου. Περίμενα να νυχτώσει, να διαλυθεί ο πολύς κόσμος, ήταν και καλοκαίρι. Κατέβηκα από το ταξί και περπάτησα στη γειτονιά μου πρώτη φορά ως τρανς γυναίκα. Αισθάνθηκα υπέροχα, δεν μπορώ να στο περιγράψω. Μπήκα στο σπίτι, η αυλή ήταν εσωτερική, ήταν όλο το σόι μαζεμένοι εκεί. Πρώτη με είδε η γιαγιά μου, δεν με αναγνώρισε. ‘Χάσατε το δρόμο, ψάχνετε κάτι;’ με ρώτησε, κι εγώ χαμογέλασα και είπα ‘Εγώ είμαι γιαγιά.’ Μίλησα με θείους, ξαδέρφια, και περίμενα τον πατέρα να επιστρέψει, δεν ήταν σπίτι.

Όταν γύρισε, έσκυψα να του φιλήσω το χέρι (σσ. συνηθίζεται σε μουσουλμανικές οικογένειες.) Εκείνος μου είπε, κάπως ψυχρά ‘Α, γύρισες;’ Μιλήσαμε λίγο, αλλά δεν με κοιτούσε στα μάτια. Δεν με κοίταξε τρία χρόνια στα μάτια, αλλά ποτέ δεν με απέρριψε.”

Η υποστήριξη της οικογένειας είναι σημαντική στη ζωή κάθε τρανς ατόμου. Η οικογένεια της Άντζι δεν την έχει απορρίψει, έχει υπάρξει υποστηρικτική, μάλιστα, κάποιες φορές. Ωστόσο, δεν την έχει αποδεχθεί πλήρως.

Μιλάμε λίγο για τη ζωή των τρανς ατόμων, αν υπάρχουν διαφορές τότε και σήμερα. “Εκείνα τα χρόνια, υπήρχε ένας δρόμος, αν ήθελες να επιβιώσεις έπρεπε να μπεις στην πορνεία.” Ο Χρήστος πιστεύει ότι αυτό ακόμα ισχύει. “Ισχύει μεν, αλλά τα παιδιά σήμερα έχουν περισσότερη ενημέρωση,” απαντάει η Άντζι. “Το ίδιο και κάποιοι γονείς, βλέπεις λίγο από εδώ λίγο από εκεί, έχουν γνώση, υποστηρίζουν τα παιδιά τους, δεν τα αφήνουν εύκολα. Έχω ακούσει ότι μερικοί τα βοηθούν με την μετάβαση. Υπάρχουν επίσης, πλέον, πολλές ομάδες και σωματείο, το ΣΥΔ, μπορούν να ενημερωθούν. Ενώ τότε, δεν υπήρχε τίποτα από αυτά. Ήμασταν μόνες μας.”

Η Άντζι συνεχίζει να είναι σεξεργάτρια. Ανά διαστήματα κατεβαίνει Αθήνα, για να έχει κάποια χρήματα να καταφέρνει να ζει. Ωστόσο, έχει κουραστεί. “Αν μπορούσες να κοιτάξεις μέσα μου, με όλο αυτό που ζω, πιστεύω έχω φτάσει ενενήντα χρονών. Δεν αντέχω άλλο, το κάνω πια μόνο υποχρεωτικά, για να μπορέσω να επιβιώσω. Αν έβρισκα άλλο τρόπο, θα τα είχα σταματήσει όλα, δεν θα με ενδιέφερε. Δεν μου λείπει κιόλας, μετά από τόσα χρόνια δεν μου λείπει καν το σεξ.”

Η μόνιμη επιστροφή της στην Ξάνθη έγινε τα τελευταία τέσσερα χρόνια. “Χαίρομαι που ζω εδώ, αλήθεια σου λέω. Πάντα το όνειρό μου ήταν να ζω στην πόλη μου ως τρανς γυναίκα. Να ζω ως τρανς γυναίκα, να εκφράζομαι, να συμβαδίζω με αυτό που πραγματικά είμαι.” Χρειάστηκε θάρρος για να ζήσει στην πόλη που γεννήθηκε. Ακόμα χρειάζεται, τα πράγματα δεν είναι εύκολα.

Όσο καιρό ζει στην Ξάνθη, η Άντζι έχει ψάξει για δουλειά. Οι ιδιοκτήτες διστάζουν (αν δεν αρνούνται κατηγορηματικά) να προσλάβουν μια τρανς γυναίκα. Κάποιοι ξεκάθαρα από τρανσφοβία, άλλοι επειδή ανησυχούν μήπως χάσουν τους πελάτες τους. Ακόμα και ορισμένοι συγγενείς της, υποστηρικτικοί υπό άλλες συνθήκες, αρνήθηκαν να την προσλάβουν.

Η ζωή μιας τρανς είναι, συνήθως, μοναχική, όπως λέει. Συναντά συχνά φίλους και γνωστούς που είχε προτού φύγει, όμως με αρκετούς έχει χάσει επαφή. Υπάρχει ακόμα προκατάληψη. “Είμαι ο ίδιος άνθρωπος που ήμουν πριν τη μετάβαση. Δεν μπορώ να καταλάβω, είναι κακό να έχεις φίλο σου ένα τρανς άτομο, ή να πηγαίνεις για καφέ με ένα τρανς άτομο;”

Η Άντζι θεωρεί ότι η αποδοχή από την κοινότητα των μουσουλμάνων είναι πιο δύσκολη. “Συχνά θα με αποκαλέσουν με το παλιό όνομά μου, ή θα με φωνάξουν ‘πασά’ μου, ή παλικάρι μου. Συγγνώμη άνθρωπέ μου, πού τον είδες τον ‘πασά’; ” Η Δώρα κι ο Χρήστος όμως, που παρακολουθούν τη συζήτηση διαφωνούν. “Άμα ο άνθρωπος δεν θέλει να καταλάβει και είναι προσβλητικός, θα είναι έτσι, είτε χριστιανός είτε μουσουλμάνος,” λέει ο Χρήστος, ενώ η Δώρα συμπληρώνει “Κι ο πατέρας σου μουσουλμάνος είναι, από χωριό μάλιστα και γεννημένος εκείνη την εποχή. Κι όμως, είναι κάπως ανοιχτόμυαλος.”

Η ζωή στην επαρχία, πάντως, είναι πιο ασφαλής. “Άμα κάποιος προσπαθήσει να κάνει κακό στην Άντζι, Ξάνθη είναι, θα τον βρούμε. Σε Αθήνα και άλλες μεγάλες πόλεις, η ανωνυμία τους ‘απελευθερώνει’,” λέει η Δώρα. Η ίδια νιώθει ότι ζει, και έχει ζήσει, μια γεμάτη ζωή. “Έχω κάνει νέους φίλους, πολλούς, μέσα στην ομάδα και έξω. Έχω κλάψει και έχω πληγωθεί, αλλά έχω διασκεδάσει επίσης, έχω περάσει καλά, έχω ερωτευτεί.”

Όσο ζούσε Αθήνα, η Άντζι είχε σχέση για έξι χρόνια. “Πράγματα που για άλλους είναι αυτονόητα, από εμάς λείπουν. Καλώς ή κακώς, ζούμε στην Ελλάδα, το κόμπλεξ ακόμα υπάρχει. Βέβαια, έχω ερωτευτεί, έχω κάνει σχέσεις, αλλά πάντα υπάρχει ένας ‘δισταγμός’. Ειδικά όταν μαθαίνουν για το κομμάτι της εργασίας στο σεξ, αυτό οι περισσότεροι δεν μπορούν να το διαχειριστούν. Λένε ‘εγώ θέλω να κάνω οικογένεια’ και εγώ δεν μπορώ να τους απαντήσω τίποτα. Έχω, πάντως, κι εγώ δικαίωμα να αγαπήσω και να αγαπηθώ.”

Η Άντζι έχει πολλά όνειρα. Αρχικά για την ομάδα. “Όνειρο όλων μας είναι να γίνουμε επίσημα σύλλογος. Πέρα απ’ αυτό, προσπαθούμε να μαζέψουμε λεφτά για να εκδώσουμε το βιβλίο ενός μέλους μας, του Λάκη, για την intersex ταυτότητα. Ψάχνουμε διάφορους τρόπους, λογικά θα οργανώσουμε και κάποια πάρτυ. Θέλουμε να συνεχίσουμε τις δραστηριότητες που κάναμε μέχρι τώρα, τα brunch, τις συλλογικές κουζίνες, τις ομιλίες και τις ημερίδες μας.”

Όνειρο της Άντζι, επίσης, να έχει μια δική της δουλειά. Σύντομα, μπορεί να το πραγματοποιήσει. “Λέμε με την Δώρα να ξεκινήσουμε κάτι δικό μας. Ένα μαγαζί-καφέ με πρωινά, χειροποίητες πίτες, που θα κάνει εννοείται και delivery.” Ενώ συζητάμε γι’ αυτό, μας προσφέρει από ένα κομμάτι πατατόπιτα. Είναι καταπληκτική. “Αν μπορέσουμε να το ανοίξουμε αυτό, θα έχω επιτέλους μια πρωινή δουλειά, θα βγάζω τα προς το ζην μου και θα σταματήσω να πηγαινοέρχομαι Αθήνα. Θα ζω όπως θέλω.”

Συζητάμε λίγο ακόμα, η Δώρα κι η Άντζι, εγώ κι η Τάνια, για το μαγαζί. Ο Χρήστος έχει φύγει εδώ και ώρα. Σκέφτονται από τώρα τιμές (και προσφορές), η Δώρα έχει αρχίσει να ψάχνει για πιο “οικολογικές” ιδέες. Η Τάνια είναι φίλη μου, πρώτη φορά άκουσε μια τέτοια ιστορία, ειδικά τόσο αναλυτικά. Έχει συγκλονιστεί λίγο. Το σκυλάκι της Άντζι, η Ναζλί, την πλησιάζει και πάει να το χαϊδέψει. Αυτό γαυγίζει και σχεδόν τη δαγκώνει. Δεν συμπαθεί καθόλου τους ξένους.

Το όνειρο της Άντζι, τελικά, είναι να συνεχίσει να ζει στην Ξάνθη. Να έχει το μαγαζάκι της, να έχει ένα σπίτι, στο οποίο θα ζει με τον σύντροφό της, μια ήρεμη ζωή, με τους σκύλους αλλά και τις γάτες τους. Να ζει στην πόλη της, ευτυχισμένη, σε μια καλύτερη και πιο ήσυχη κοινωνία για όλους.

του Κωνσταντίνου Καραΐσκου