Ζούμε στην εποχή της χυδαίας επιλεκτικότητας. Μιας επιλεκτικότητας μνήμης, γνώσης, αλήθειας, ιστορικών γεγονότων, ακόμα και δικαιωμάτων. Δε χρειάζεται να πάμε μακριά. Ας θυμηθούμε το 2000 και την αφαίρεση του θρησκεύματος από τις ταυτότητες. Το 1988 και τον Πειρασμό του Scorsese. Το 2003 και την έκθεση Outlook στην Αθήνα. Το 1999 και το Μν του Μίμη Ανδρουλάκη.  Όλα παραδείγματα με κοινό παρανομαστή – γεγονότα που εξόργισαν τους συμπολίτες μας, την ηθική τους, το μότο Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια.

Προσβολή της προσωπικότητας είπαν, λόγω προσβολής του θρησκευτικού τους αισθήματος. Σε πολλές από αυτές τις περιπτώσεις μάλιστα η Ελληνική Δικαιοσύνη αποφάσισε, πως το θρησκευτικό φρόνημα ήταν ανώτερο από την ελευθερία της τέχνης και του λόγου.

Οι συμπολίτες μας απαίτησαν την προστασία τους από έργα τέχνης ή νομικές μεταρρυθμίσεις μόνο και μόνο επειδή αφορούσαν σε ιδέες ή συναισθήματα διαφορετικά από τα δικά τους. Φυσικά ο Scorsese δεν πήγε ποτέ στο σπίτι τους να τους βάλει να δουν την ταινία με το ζόρι. Κανείς δεν τους απείλησε με βία, δεν τους αφαίρεσε κανείς το δικαίωμα να μην δουν ποτέ την ταινία. Θεωρήθηκε, όμως, λογικό να λογοκριθεί η τέχνη και ταυτόχρονα να στερηθεί το δικαίωμα άλλων ανθρώπων να τη δουν.

Σήμερα, είναι οι ίδιοι συμπολίτες μας που φωνάζουν γιατί λέει καταπατάται η ελευθερία του λόγου τους, όταν τους απαγορεύεται να προωθούν τη βία, τον ρατσισμό, τον σεξισμό, την ομοφοβία, τη τρανσφοβία στον δημόσιο λόγο τους.

Η επιλεκτική κατανόηση των δικαιωμάτων από κάτι ποδοσφαιριστές πίστας, τους θέτει αντίθετους στην αναγνώριση δικαιωμάτων των LGBT ατόμων γιατί προσβάλουν το προσωπικό τους Πατρίς-Θρησκεία-Οικογένεια. Ταυτόχρονα όμως θεωρούν την προστασία ευάλωτων κοινωνικών ομάδων από τη διαλεκτική μίσους και βίας, κατάφωρη καταπάτηση της ελευθερίας έκφρασης.

Τα επιχειρήματα γνωστά και χιλιοειπωμένα: η αισθητική του καθενός, ο θεός, ο Αδάμ και η Εύα, το φυσιολογικό, το «σέβομαι ναι μεν αλλά…» και το αγαπημένο σουξέ «ο καθένα ας κάνει ό,τι θέλει στο σπίτι του».

Για να κάνουμε τα πράγματα λιανά. Σύμφωνα με την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τα Ανθρώπινα Δικαιώματα, η ελευθερία έκφρασης αποτελεί θεμελιώδες δικαίωμα και προστατεύεται. Η ελευθερία αυτή μπορεί όμως να περιοριστεί για την προστασία των άλλων από τη βία, το μίσος και τις διακρίσεις. Όπως και σε όλα τα δικαιώματα, έτσι κι εδώ απαιτούνται οριοθετήσεις ώστε να προστατεύονται καθολικά και για όλους.

Είναι λανθασμένη η άποψη ότι η ελευθερία του λόγου είναι ξέφραγο αμπέλι, όπου ο καθένας λέει ό,τι του κατέβει χωρίς να νοιάζεται για τις συνέπειες. Ειδικά όταν πρόκειται για δημόσιο λόγο που καλλιεργεί τη βία και τις διακρίσεις.

Η κατακρεουργημένη άποψη πως η ελευθερία του ενός σταματά εκεί πoυ ξεκινά η ελευθερία του άλλου, δεν έχει να κάνει με τις προσωπικές και επιλεκτικές ευαισθησίες του καθενός. Δεν έχει να κάνει με την «αισθητική» του κυρίου Τσιάρτα ή με το θρησκευτικό φρόνημα του Ιερώνυμου. Έχει να κάνει με την ευθύνη που πηγαίνει χέρι-χέρι με τις ελευθερίες όλων μας.

Έχουμε και το εξής παράδοξο: λευκοί, στρέιτ άντρες, φοράνε το προνόμιό τους καπέλο, και μας κάνουν μάθημα για το τι θα πει καταπάτηση δικαιωμάτων. Αλλά η ουσία βρίσκεται στην ευθύνη. Μια έννοια που φυσικά λίγοι θέλουν να πάρουν στα σοβαρά και ειδικά όσοι έχουν μάθει να τα βρίσκουν όλα εύκολα, μόνο και μόνο λόγω της ψευτο-κανονικότητάς τους.

Και φτάνουμε στο ρόλο του κράτους και της Δικαιοσύνης. Η δική τους ευθύνη βρίσκεται στην προστασία των δικαιωμάτων, της ελευθερίας και της ασφάλειας όλων αυτών που εκτίθενται στη διαλεκτική μίσους. Όχι αυτών που προσβάλλονται εξ αντανακλάσεως από μία ταινία στο σινεμά ή έναν νόμο που προστατεύει συνανθρώπους μας που το έχουν ανάγκη. Η ευθύνη είναι σ’ αυτούς που βρίσκονται στο στόχαστρο του δημόσιου λόγου μίσους και βίας, σε αυτούς που ζουν με τις συνέπειες του. Συνέπειες που φυσικά δεν έχουν επηρεάσει ποτέ εκείνους που επιλεκτικά τώρα φωνάζουν για ελευθερίες και δικαιώματα.

Τελικά, η ερώτηση μου είναι πόση βία, πόσους θανάτους, πόσο πόνο είμαστε διατεθειμένοι να ανεχτούμε, ώστε να μην χρειαστεί να βγούμε από τη βολή μας. Ώστε να μην πάρουμε την ευθύνη των πράξεων και των λόγων μας.

του Κυριάκου Βογιατζή

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ