Η Δρ. Anne Fausto-Sterling είναι καθηγήτρια βιολογίας και σπουδών φύλου στο Brown University, στο Rhode Island. Είναι ενεργή στο πεδίο της σεξολογίας, ενώ έχει γράψει άρθρα και βιβλία για βιολογία του φύλου, ταυτότητα φύλου, σεξουαλικό προσανατολισμό και κοινωνικούς ρόλους των φύλων.

Δύο φύλα δεν ήταν ποτέ αρκετά να περιγράψουν την ανθρώπινη ποικιλομορφία. Ούτε στις βιβλικές εποχές, ούτε τώρα. Προτού ακόμα μάθουμε πολλά για τη βιολογία, δημιουργήσαμε κοινωνικούς κανόνες για να διαχειριστούμε την πολυπλοκότητα του φύλου. Ο αρχαίος εβραϊκός προφορικός νόμος γνωστός ως Tosefta, για παράδειγμα, αντιμετώπιζε τα άτομα που είχαν ταυτόχρονα αρσενικά και θηλυκά όργανα (όπως όρχεις και κόλπο) άλλοτε ως γυναίκες – δεν μπορούσαν να κληρονομήσουν περιουσία ή να γίνουν ιερείς – και άλλοτε ως άντρες – αφού απαγορευόταν να ξυριστούν ή να βρεθούν στον ίδιο χώρο με γυναίκες.

Πιο βάναυσα, οι Ρωμαίοι, θεωρώντας τους ανθρώπους με “μικτό” φύλο κακό οιωνό, μπορούσαν να σκοτώσουν κάποιον του οποίου το σώμα και το μυαλό δεν προσαρμοζόταν στον διπολικό διαχωρισμό του φύλου.

Σήμερα οι κυβερνήσεις φαίνεται να ακολουθούν το ρωμαϊκό μοντέλο, αν όχι σκοτώνοντας όσους δεν υιοθετούν μία από τις δύο ταμπέλες φύλων, τότε προσπαθώντας να αρνηθούν την ύπαρξή τους. Τον Οκτώβριο, ο πρωθυπουργός της Ουγγαρίας Viktor Orban απαγόρευσε τα πανεπιστημιακά προγράμματα σπουδών φύλου, δηλώνοντας ότι “οι άνθρωποι γεννιούνται άντρες ή γυναίκες” κι ότι είναι ανεπίτρεπτο “να μιλάμε για φύλα κοινωνικά κατασκευασμένα, αντί για βιολογικά φύλα.” Έπειτα, το Αμερικανικό Υπουργείο Υγείας και Ανθρωπίνων Υπηρεσιών (HHS), υπό τη διοίκηση του Trump, ακολουθεί παρόμοια γραμμή, ορίζοντας νομικά το φύλο ως την “κατάσταση ενός ατόμου, αρσενική ή θηλυκή, βασισμένη σε αμετάβλητα βιολογικά γνωρίσματα που αναγνωρίζονται αμέσως μετά ή πριν τη γέννηση.”

Αυτό είναι εντελώς λάθος, από ηθική αλλά και επιστημονική άποψη. Άλλοι θα εξηγήσουν την ανθρώπινη ζημιά που προκαλεί αυτή η απόφαση. Εγώ θα σταθώ στο βιολογικό σφάλμα.

Είναι γνωστό από καιρό ότι δεν υπάρχει ένα και μοναδικό βιολογικό κριτήριο που τοποθετεί αδιαμφισβήτητα κάθε άνθρωπο σε μία από τις δύο κατηγορίες – αρσενικό ή θηλυκό. Τη δεκαετία του 1950, ο ψυχολόγος John Money και οι συνεργάτες του μελέτησαν άτομα γεννημένα με ασυνήθιστους συνδυασμούς χαρακτηριστικών φύλων (ωοθήκες και πέος, όρχεις και κόλπο, δύο χρωμοσώματα X και όσχεο, και άλλους). Με βάση αυτά τα άτομα, τα οποία σήμερα θα ονομάζαμε intersex, ο Δρ. Money αναπτύσσει ένα πολυεπίπεδο μοντέλο ανάπτυξης του βιολογικού φύλου.

Ξεκίνησε με το φύλο βασισμένο στα χρωμοσώματα, δηλαδή με τη γονιμοποίηση ενός ωαρίου που φέρει χρωμόσωμα X από ένα σπερματοζωάριο με χρωμόσωμα X ή Y. Τουλάχιστον αυτό συμβαίνει συνήθως. Πιο σπάνια, από ένα ωάριο ή σπερματοζωάριο μπορεί να λείπει το φυλετικό χρωμόσωμα ή να υπάρχει ένα παραπάνω. Το έμβρυο που προκύπτει τότε έχει έναν ασυνήθιστο συνδυασμό χρωμοσωμάτων – π.χ. XXY, XXX, ή XO. Οπότε, ακόμα κι αν αναλογιστούμε μόνο το πρώτο επίπεδο του βιολογικού φύλου, υπάρχουν πάνω από δύο κατηγορίες.

Κι αυτά μόνο στο πρώτο επίπεδο. Οκτώ με δώδεκα εβδομάδες μετά τη σύλληψη, ξεκινούν να αναπτύσσονται στο έμβρυο οι γονάδες: έμβρυα με χρωμόσωμα Y αναπτύσσουν εμβρυϊκούς όρχεις, έμβρυα με δύο χρωμοσώματα X αναπτύσσουν εμβρυϊκές ωοθήκες. Από αυτές προκύπτει το φύλο με βάση τις εμβρυϊκές ορμόνες, με τους εμβρυϊκούς όρχεις ή ωοθήκες να παράγουν ορμόνες που οδηγούν την ανάπτυξη του εμβρύου σε μια αρσενική ή θηλυκή κατεύθυνση (αναλόγως τις ορμόνες που θα εμφανιστούν).

Από το φύλο με βάση τις ορμόνες προκαλείται η ανάπτυξη του φύλου με βάση τα εσωτερικά αναπαραγωγικά όργανα (σχηματισμός της μήτρας, του τραχήλου και των σαλπίγγων στα θηλυκά άτομα ή του σπερματικού πόρου, του προστάτη και της επιδιδυμίδας στα αρσενικά). Κατά τη διάρκεια του τέταρτου μήνα, οι εμβρυϊκές ορμόνες ολοκληρώνουν τη δουλειά τους σχηματίζοντας το φύλο με βάση τα εξωτερικά αναπαραγωγικά όργανα – πέος και όσχεο στα αρσενικά, κόλπο και κλειτορίδα στα θηλυκά.

Με τη γέννησή του, λοιπόν, ένα μωρό έχει πέντε επίπεδα φύλου. Αλλά, όπως το φύλο με βάση τα χρωμοσώματα, κάθε επίπεδο που ακολουθεί δεν είναι πάντα ακριβώς μέσα στο δίπολο. Επιπλέον, το ένα επίπεδο μπορεί να έρχεται σε σύγκρουση με το άλλο, με το ένα να βρίσκεται εντός διπόλου ενώ το άλλο όχι. Ένα μωρό με XX χρωμοσώματα μπορεί να γεννηθεί με πέος, ένα άτομο με XY μπορεί να έχει κόλπο, κλπ. Αυτού του είδους οι ασυνέπειες διαταράσσουν οποιαδήποτε προσπάθεια να αποδοθεί το βιολογικό φύλο ως αρσενικό ή θηλυκό, κατηγορηματικά και επ’ άπειρον, απλώς βλέποντας τα γεννητικά όργανα του νεογέννητου.

Η κατάσταση γίνεται ακόμα πιο περίπλοκη, καθώς τα επίπεδα δεν σταματούν στη γέννηση. Οι ενήλικες που περιβάλλουν το νεογέννητο αναγνωρίζουν το φύλο του βασισμένοι στο πώς αντιλαμβάνονται το φύλο με βάση τα γεννητικά όργανα (μετά τη γέννηση ή από υπερηχογράφημα) και αυτό ξεκινά τη διαδικασία της ανάπτυξης, διαμόρφωσης και αντίληψης του ατόμου πάνω στο φύλο του μέσω της εσωτερίκευσης κανόνων και ρόλων των φύλων από το κοινωνικό περιβάλλον (gender socialization).

Οι εμβρυϊκές ορμόνες μπορεί επίσης να επηρεάσουν την ανάπτυξη του εγκεφάλου, δημιουργώντας άλλο ένα επίπεδο, το φύλο με βάση τον εγκέφαλο. Μία διάσταση αυτού γίνεται εμφανής στην εφηβεία όταν, συνήθως, συγκεκριμένα εγκεφαλικά κύτταρα ενεργοποιούν αρσενικές και θηλυκές “ενήλικες” ορμόνες που προκαλούν την σεξουαλική ωρίμανση.

Ο Δρ. Money ονόμαζε αυτά τα επίπεδα “φύλο με βάση τις ορμόνες της εφηβείας” και “φύλο με βάση τη μορφολογία κατά την εφηβεία”. Ακόμη κι αυτά μπορεί να ποικίλουν και να ξεφεύγουν από την ταξινόμηση σε δύο κατηγορίες. Αυτά επίσης είναι η πηγή της διαφωνίας πάνω στο πώς μπορεί να αποφασιστεί ποιος μπορεί να συμμετέχει σε διεθνείς αθλητικές διοργανώσεις αποκλειστικά για γυναίκες.

Από τη δεκαετία του 1950 έχει υπάρξει πολλή επιστημονική έρευνα. Αλλά όσοι στρέφονται στη βιολογία για έναν ορισμό βιολογικού και κοινωνικού φύλου που θα είναι εύκολος να διαχειριστούν, δεν θα βρουν παρηγοριά στις τελευταίες σημαντικές ανακαλύψεις. Πλέον γνωρίζουμε ότι αντί η ανάπτυξή τους να υποκινείται από ένα συγκεκριμένο γονίδιο, οι εμβρυϊκοί όρχεις και ωοθήκες αναπτύσσονται καθοδηγούμενοι από αντίθετα γενετικά δίκτυα, ένα που καταπιέζει την ανάπτυξη αρσενικών χαρακτηριστικών ενθαρρύνοντας παράλληλα την ανάπτυξη θηλυκών και ένα που κάνει ακριβώς το αντίθετο.

Αυτό που αποκτά σημασία, επομένως, δεν είναι η παρουσία ή απουσία συγκεκριμένου γονιδίου αλλά η ισορροπία δυνάμεων ανάμεσα στα γενετικά δίκτυα που δρουν μαζί ή σε συγκεκριμένη αλληλουχία. Έτσι, αναιρείται η δυνατότητα ύπαρξης ενός απλού γενετικού τεστ για να καθοριστεί το “πραγματικό” βιολογικό φύλο.

Πολιτικές όπως αυτές που πρότεινε το HHS μας πηγαίνουν πίσω στο χρόνο. Αγνοούν επικρατούσες απόψεις της επιστημονικής κοινότητας για βιολογικό και κοινωνικό φύλο, και θέτει σε κίνδυνο την ελευθερία των ανθρώπων να ζήσουν με ένα τρόπο που ταιριάζει στο φύλο τους καθώς αναπτύσσονται μέσα από κάθε ξεχωριστό κύκλο της ζωής τους.

πληροφορίες: nytimes.com

Κωνσταντίνος Καραΐσκος