H Νατάσα Εξηνταβελώνη απαντά στις ερωτήσεις μας για τη ρευστότητα και για τη δύναμη της στιγμής. Ακόμη, μας αποκαλύπτει τι περιμένει από τη ζωή της, από την τέχνη που υπηρετεί κι από την παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ.

Στη θεατρική παράσταση «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Μπέκετ συνεργαστήκατε με την Έλενα Μαυρίδου στην επιμέλεια των κειμένων και τη δραματουργία και πρωταγωνιστείς. Με αφορμή, λοιπόν, αυτό το έργο θα ήθελα πρώτα-πρώτα να σε ρωτήσω το εξής: Σήμερα, εδώ στην Ελλάδα, εμείς, τι «περιμένουμε» ; 

Το τι περιμένουμε από τη ζωή είναι μια συνθήκη πολύ προσωπική για τον καθένα. Έχει να κάνει πρώτα από όλα με το που ηρεμεί η πνευματικότητά μας, αν πούμε ότι αυτό που περιμένουμε είναι η σωτηρία. Δε θέλω να σταθώ στις δουλειές που άλλοτε κυνηγάμε και άλλοτε περιμένουμε, στα λεφτά που περιμένουμε για να εξαγοράσουμε το ένα ή το άλλο. Για μένα, η ικανότητα του να περιμένει κανείς είναι σπουδαία. Είναι σαν να λέμε ότι το νερό κυλάει, η ζωή κυλάει, και καμιά φορά το ότι αναπνέουμε είναι αρκετό. Με φοβίζει όταν το »περιμένω» δηλώνει παραίτηση ή υποταγή ή ετεροπροσδιορισμό. Ο από μηχανής θεός πέθανε με τους τραγικούς. Άντε λοιπόν, τί περιμένουμε για να φτιάξουμε μια κοινωνία με τα χέρια μας;

Πώς διαχειριστήκατε δραματουργικά τις έννοιες της ρευστότητας και της στασιμότητας, που είναι βασικές στο έργο του Μπέκετ;

Το ζήτημα του χρόνου είναι τόσο βασικός άξονας του έργου, που οι ίδιοι οι πρωταγωνιστές εξαιτίας του πάσχουν: ο χρόνος είναι τόσο σχετικός, που η μνήμη λειτουργεί σαν εικόνες- θραύσματα. Όπως στην Έρημη Χώρα του Έλιοτ, ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν θυμούνται ένα δύο πράγματα από το παρελθόν, κάποιες εικόνες απ’ το μέλλον, μια χριστιανική παραβολή, ένα τραγούδι. Χάνεται η γραμμικότητα και η σταθερότητα του χρόνου- εδώ τα ρολόγια και τα ημερολόγια δε θα βοηθούσαν.

Ο χρόνος κυλά βασανιστικά αργά και οι ήρωες κάνουν ό,τι μπορούν για να παρέλθει, την ίδια στιγμή που τα πράγματα είναι τόσο ρευστά που μπορεί ερήμην τους να περνούν αιώνες. Σκέφτομαι τα εξής: α) από μακριά οι πλανήτες μοιάζουν ακίνητοι, κι όμως κινούνται όπως καθετί φυσικό, β) ο χρόνος γίνεται αντιληπτός ως μεταβολή, ίσως λοιπόν το πρόβλημα των ηρώων αυτών να είναι πως οι ίδιοι δεν αλλάζουν, δε γερνούν, είναι 11 ετών και την ίδια στιγμή 60 ή 70.

Δραματουργικά, προσπαθήσαμε να κρατήσουμε τις ισορροπίες του Μπέκετ σε ένα σύμπαν που όλα είναι μετρημένα. Οι παύσεις και οι σιωπές, για παράδειγμα, της πρώτης πράξης, έχουν το ζύγι τους στη δεύτερη, τα καπέλα έρχονται και φεύγουν μετρημένες φορές. Δουλέψαμε για να κρατηθούν αυτές οι αναλογίες. Δεν υπάρχει άλλωστε άλλος δρόμος- αν πας άγαρμπα να »πειράξεις» ένα αριστούργημα είσαι καταδικασμένος να αποτύχεις.

Η ρευστότητα του εαυτού στο έργο, θα μπορούσε κατά τη γνώμη σου, να συνομιλήσει με τη ρευστότητα του φύλου, αντιδιαμετρικά με τα στερεότυπα, που επιτάσσει η κοινωνία για την αρρενωπότητα και τη θηλυκότητα;

Σίγουρα ναι. Στην παράσταση μας, και κυρίως στις πρόβες, που παρακολούθησα τους κεντρικούς χαρακτήρες να υπάρχουν πολλές ώρες μαζί, να κινούνται ελεύθερα και να μιλούν ελεύθερα, είδα δύο αδελφές ψυχές που, μπορεί να είναι φίλοι, σύντροφοι, αδέρφια, ερωτευμένοι. Είναι κλόουν και οι κλόουν δεν ξέρουν από φραγμούς- όταν αγαπούν το κάνουν ολόψυχα, όταν θυμώνουν γίνονται κατακόκκινοι. Αν περιμένεις από ένα παιδί να αντισταθεί στις παρορμήσεις του, δεν αποδέχεσαι τη φύση του. Έτσι και ο Βλαδίμηρος και ο Εστραγκόν, δεν έχουν ανάγκη να αποδείξουν ότι είναι άντρες, δεν ξέρουν τι είναι άντρας και τι όχι. Είναι αλήτες, είναι παιδιά του δρόμου, αλλά είναι και φιλόσοφοι και ποιητές, εύθραυστοι και ευγενικοί.

Εσύ πιστεύεις στις «καλύτερες μέρες στο μέλλον» ή στο να ζεις το «εδώ και τώρα»; 

Εδώ και τώρα γίνονται όλα. Και όταν είναι δημιουργικά και γεμάτα ψυχή, προχωράς και έπειτα γυρνάς πίσω να δεις τι άλλαξε και είσαι ήδη στις καλύτερες μέρες που λίγο πριν ευχόσουν.

Πώς θα μπορούσε ένας νέος άνθρωπος να ζήσει τη ζωή του «εδώ και τώρα» , χωρίς να επηρεάζεται από την καταπίεση της κανονικότητας της κοινωνίας, που συχνά παραβλέπει και δε δίνει σεβασμό και χώρο στη ρευστότητα και την ποικιλομορφία του εαυτού;

Αρχίζω να καταλαβαίνω πως όλα κερδίζονται με κόπο, αν όχι με αίμα. Είναι λυπηρό, αλλά οι κοινωνίες αποδεικνύουν ανά τους αιώνες πως, αν χρειαστεί, είναι αρένες. Οπότε θέλει γερό στομάχι για να πεις, είμαι μέρος αυτού του κόσμου και θα ανθίσω, είτε σας αρέσει είτε όχι. Δεν είναι άχρηστο να πούμε ότι η αμάθεια κοστίζει, και συχνά μετριέται σε φόβο και ρατσισμό, μα πιο πολύ κοστίζει η ανικανότητα για Αγάπη, που πλαταίνει τον εαυτό και τον ενώνει με το περιβάλλον του. Θα ήθελα ευχή και αίτημα μας να είναι όχι μόνο να σεβόμαστε τη διαφορετικότητα, αλλά μας ενδιαφέρει, να την θαυμάζουμε, να την ερωτευόμαστε. Ποια είναι η μυστική συνταγή για την Αγάπη δεν ξέρω. Η γιαγιά μου δε διάβασε »Μετά τα Φυσικά», αλλά ήξερε ότι όταν πεινάμε όλοι φερόμαστε σαν πεινασμένοι.

Η θρησκεία μας βασίζεται, κατ’ εξοχήν, στην εσχατολογική θέαση για τη ζωή, που, μεταξύ άλλων, πραγματεύεται το έργο. Πιστεύεις ότι συχνά ο άνθρωπος αφήνει τη ζωή του να λιώνει μέσα στα χέρια του περιμένοντας ένα απροσδιόριστο κάτι, ή ότι όλο αυτό είναι αναπόφευκτο και συνυφασμένο με την ανθρώπινη ύπαρξη;

Αν πούμε ότι η προσέγγιση του έργου είναι εσχατολογική, σύντομα θα διαπιστώσουμε ότι, όσο εμποτίζεται από το παράλογο του Μπέκετ, παίρνει μια διάσταση αρκετά διαφορετική από τη χριστιανική. Το Τέλος δηλαδή, όσο και να συζητιέται, είναι ακόμη πολύ μακριά. Αντίθετα η ζωή μοιάζει να ανακυκλώνει τον εαυτό της και μαζί τους ίδιους τους ήρωες που δε μπορούν να φύγουν από εκεί, σαν να φύτρωσαν (δεν έχουν ούτε ένα σχοινί για να αυτοκτονήσουν). Για μένα κάπως έτσι πρέπει να είναι τα πράγματα: το τέλος όχι μόνο δεν καταλύει τη ζωή, αλλά την επαληθεύει. Πολλές από τις γραμμικές μας εικόνες μακροσκοπικά έχουν σχήμα κύκλου.

Σε κάθε περίπτωση, πώς μπορεί κάποια/κάποιος να ξεφύγει από τον φαύλο κύκλο; Τι μας λέει το έργο; Τι λες εσύ προσωπικά πάνω σ’ αυτό;

Δύσκολη ερώτηση. Για εμένα ο κύκλος της ζωής είναι μια φωτεινή πορεία. Δεν φαντάζομαι αυτόν τον κύκλο σαν κάτι από το οποίο θέλω να ξεφύγω – είμαι μαζί του, μέσα σε αυτόν, είμαι η δύναμη που περιστρέφει αυτή τη ρόδα.

Η τέχνη γενικά, αλλά ειδικά το θέατρο, αποτελεί μία νησίδα «σωτηρίας» που φέρνει τον καλλιτέχνη στο «εδώ και τώρα». Το θέατρο σ’ έχει βοηθήσει προσωπικά σ΄αυτό;

Σε επίπεδο προσωπικό, η σκηνή με έχει βοηθήσει να παρατηρήσω τον εαυτό μου, να τον αγαπήσω για τα ωραία και τα άσχημα, και αυτό έχει να κάνει πράγματι με το εδώ και τώρα. Το να δει κανείς τι άνθρωπος είναι, είναι προς παρατήρηση και αποδοχή και είναι ο καμβάς. Το »εδώ και τώρα», προϋποθέτει πριν από όλα την εσωτερική γαλήνη, να μπορείς να σταθείς στη σκηνή, ακίνητος, χωρίς να κάνεις τίποτα, και να σου είναι αρκετό.

Η Νατάσα τι «περιμένει» ; Η Δασκάλα τι «περιμένει» ; Μήπως είναι γυναίκα που ζει τη στιγμή;

Η Νατάσα περιμένει να έρθει το πρωί για να φάει ψωμί με αβοκάντο, περιμένει τις φίλες της να ζωγραφίσουν και άλλα τέτοια απλοϊκά, που την ξετρελαίνουν γιατί είναι λάτρης της ζωής, παρόλα τα καταθλιπτικά κείμενα που γράφει. Η Δασκάλα στα αλήθεια δεν ξέρω, είναι πιο συνθέτη περίπτωση, αλλά νομίζω ότι, ναι, είναι μια γυναίκα από εκείνες που δεν τις περιορίζεις.

Πες μας, με τρεις φράσεις, τι είναι αυτή η παράσταση για σένα.

Η παράσταση μας είναι ένα προϊόν αγάπης, και όπως ένα παιδί, είναι ανοιχτή στο αληθινό παιχνίδι και στα πρωτόγνωρα συναισθήματα. Έχουμε δουλέψει πολύ για αυτή τη δουλειά, έχουμε ιδρώσει, η Έλενα έχει ξενυχτίσει, η Φωτεινή έχει κοιμηθεί στο θέατρο για να τα προλάβει όλα. Πριν έρθετε για την παράσταση συγυρίζουμε και τακτοποιούμε τον Χώρο, σαν να πρόκειται για οικογενειακό τραπέζι.

Ποιο είναι το μήνυμα της Νατάσας προς το αναγνωριστικό κοινό του antivirus;

Δύναμη, πίστη, αγάπη, εμπιστοσύνη στους νέους. Ένα βλέμμα συνενοχής σε όλους εμάς που έχουμε φανταστεί έναν όμορφο και δίκαιο κόσμο.

INFO Παράστασης:

Περιμένοντας τον Γκοντό

του Σάμιουελ Μπέκετ

Σκηνοθεσία: Έλενα Μαυρίδου

Παραστάσεις: Δευτέρα-Τρίτη στις 21.00
Τιμή εισιτήριων: 12€, 8€ μειωμένο

Θέατρο Χώρος
Πραβίου 6, Βοτανικός
Τηλ.: 21 0342 6736


Συνέντευξη: Κλεοπάτρα Οικονομίδου