Με αφορμή τη συμμετοχή του στην παράσταση “Το δαχτυλίδι της μάνας” στο Tempus Verum/Εν Αθήναις, ο Σπύρος Χατζηαγγελάκης βρέθηκε στα γραφεία του περιοδικού και απάντησε εκνευριστικά ακομπλεξάριστα σε όλες τις ερωτήσεις που τoυ θέσαμε (αδιάκριτες και μη).

Αφορμή της συνάντησή μας είναι η παράσταση “Το δαχτυλίδι της μάνας”. Μίλα μας λίγο γι΄αυτή.

Πρόκειται για ένα έργο που γράφτηκε το 1898 από τον Γιάννη Καμπύση για τον θάνατο του Κώστα Κρυστάλλη, ενός ποιητή της Ηπείρου. Ουσιαστικά μας περιγράφει την τελευταία ώρα ζωής του ποιητή και τον τρόπο με τον οποίο ο ίδιος επιθυμεί να πεθάνει. Ο ήρωας του έργου θέλει να περάσει την τελευταία του ώρα σ’ ένα φανταστικό βουνό με νεράιδες και ξωτικά. Με τα θέματα, δηλαδή της ποίησής του. Βλέπουμε λοιπόν την προσπάθειά του να πάει σ΄αυτό το βουνό και να πεθάνει εκεί. Αν και το θέμα από μόνο του είναι αρκετά στενάχωρο, εμείς στην παράσταση προσπαθούμε να κάνουμε ακριβώς το αντίθετο. Να στήσουμε δηλαδή ένα πανηγύρι για τη ζωή. Γιατί και ο θάνατος είναι μέρος της ζωής μας. Προσπαθούμε να κάνουμε μια γιορτή γι΄ αυτόν που θα πεθάνει.

Ποιος είναι ο δικός σου ρόλος σ΄όλο αυτό;

Εγώ είμαι ο βασικός ήρωας, που χωρίζεται όμως σε τρία πρόσωπα. Είμαστε δηλαδή τρεις ηθοποιοί που παίζουμε τον ίδιο χαρακτήρα. Ο ένας παίρνει το ρεαλιστικό κομμάτι του ήρωα, ο άλλος το ποιητικό και ο τρίτος – δηλαδή εγώ –  παίρνει το φαντασιακό κομμάτι. Στην παράσταση ενώνουμε την πραγματικότητα με τη φαντασία.

Για να το απλοποιήσουμε λίγο, ποιο θα λέγαμε ότι είναι το μήνυμα της παράστασης;

Μάλλον ένας διαφορετικός τρόπος με τον οποίο μπορείς να αντιληφθείς τον θάνατο. Έχει να κάνει δηλαδή με τη διαχείριση του θανάτου. Στο τέλος της παράστασης, αρκετός κόσμος ξεσπάει σε κλάματα. Δεν είναι όμως θλίψης. Περισσότερο εκτόνωσης θα έλεγα. Γιατί συμφιλιώνεται μ΄αυτή την ιδέα του θανάτου και εκτονώνεται από την ενέργεια που υπάρχει μέσα του.

Πότε ξεκίνησε η σχέση σου με το θέατρο και την υποκριτική;

Το 2007, όταν με έναν φίλο μου – τον Παναγιώτη Γαβρέλα – πήγαμε σε μια φοιτητική θεατρική ομάδα. Δεν το κάναμε γιατί θέλαμε να γίνουμε ηθοποιοί, αλλά περισσότερο για να γνωρίσουμε κόσμο. Χωρίς να το περιμένουμε ανακαλύψαμε έναν νέο κόσμο που μας άρεσε πολύ. Ξεκινήσαμε λοιπόν από τη φοιτητική θεατρική ομάδα πολυτεχνείου Θεσσαλονίκης. Γνωριστήκαμε και με τους υπόλοιπους και το 2008 δημιουργήσαμε  την ομάδα C for Circus, κάνοντας πάρα πολλές πρόβες και εργαστηριακά σεμινάρια πάνω στο θέατρο. Στη συνέχεια κάποιοι έφυγαν για την Αθήνα για να φοιτήσουν σε δραματικές σχολές. Εγώ έμεινα στη Θεσσαλονίκη δουλεύοντας με διάφορες θεατρικές ομάδες. Κόντευα να πάθω κατάθλιψη (γέλια). Είχα μείνει μόνος, ζώντας σε ένα στούντιο, μια τρύπα. Λίγο μετά κατέβηκα και εγώ Αθήνα, έχοντας βρει κάποια δουλειά. Από τότε και μετά από δυο χρόνια παύσης με την ομάδα ξανασμίξαμε και έκτοτε συνεχίζουμε την πορεία μας στα θεατρικά δρώμενα της Αθήνας. Παράλληλα, ο καθένας από εμάς, δουλεύει και με άλλους σκηνοθέτες.

Η τηλεόραση πότε μπαίνει στη ζωή σου;

Πέρσι με το “Μην αρχίζεις τη Μουρμούρα”. Δέχθηκα να το κάνω, γιατί είναι κάτι που μου ταιριάζει. Πιθανόν να μην έλεγα “ναι” σε κάτι άλλο στην τηλεόραση.

Γιατί αυτό;

Δεν υπήρχε κάτι που να με εκφράζει. Όταν είσαι ηθοποιός έχει μεγάλη σημασία το γιατί κάνεις αυτή τη δουλειά. Γιατί ασχολείσαι με την υποκριτική.

Εσύ γιατί ασχολείσαι;

Για εμένα η υποκριτική είναι τρόπος ζωής. Δεν κάνω πράγματα, τα οποία δεν λένε κάτι σε μένα, μέσα μου. Δεν με ενδιαφέρει καθόλου το κομμάτι της όποιας δημοσιότητας κι αν η δουλειά που κάνω δεν έχει να πει κάτι προς τα έξω, δε με αφορά. Στο ψυχαγωγικό λοιπόν κομμάτι, το “Μην αρχίσεις τη μουρμούρα” είναι αρκετά αξιόλογο, χωρίς να προσβάλλει τον θεατή. Οπότε γι΄αυτό είπα το “ναι”.

Έχουμε δει όμως να παίρνουν δημοσιότητα και πράγματα που έχουν να κάνουν με την προσωπική σου ζωή και όχι με την υποκριτική σου. Αυτό είναι κάτι που σε ενοχλεί;

Ναι. Δεν έχω συμφιλιωθεί με αυτό το κομμάτι. Ίσως είμαι αρκετά χαζός για να κατανοήσω για ποιο λόγο κάποιοι άνθρωποι θέλουν να ασχολούνται με την προσωπική ζωή  των άλλων. Θεωρώ πως είναι κρίμα.

Πόσο αντιπροσωπευτικά σε σχέση με την ελληνική κοινωνία, θεωρείς ότι είναι τα ζευγάρια στη σειρά;

Αρχικά, να πούμε ότι μιλάμε για μυθοπλασία. Παίρνουμε δηλαδή μια συνθήκη και την τραβάμε από τα μαλλιά για να γίνει λίγο πιο υπερβολική. Θα έλεγα πως τα ζευγάρια πλησιάζουν αρκετά κοντά στην πραγματικότητα, έχοντας παράλληλα και πολλά στοιχεία καρικατούρας. Αντιλαμβάνομαι βέβαια ότι δεν με ρωτάς αυτό, όταν λες “αντιπροσωπευτικά”. Στη σειρά δεν υπάρχει κάποιο gay ζευγάρι, όπως και δεν υπάρχουν και άλλες μορφές ζευγαριών που συναντάμε στην καθημερινότητά. Οπότε, σ΄ αυτό το επίπεδο δεν είναι αντιπροσωπευτικά.

Θεωρείς ότι η ελληνική κοινωνία έχει μια άρνηση στο να παρακολουθεί ιστορίες που έχουν να κάνουν με gay ζευγάρια;

Ναι και αυτό είναι κακό. Εδώ την ευθύνη την έχουμε εμείς οι καλλιτέχνες, γιατί πρέπει – μέσα από τη δουλειά μας – να λέμε στην κοινωνία “κοίτα να δεις, υπάρχει αυτό αλλά υπάρχει και αυτό”. Προσωπικά πιστεύω ότι θα είχε μεγάλο ενδιαφέρον να βλέπαμε και ένα gay ζευγάρι στη σειρά. Θα ήταν πολύ ωραίο.

Πού πιστεύεις ότι οφείλεται αυτή η άρνηση;

Μάλλον έχει να κάνει με το “ποιοι βλέπουν τηλεόραση σήμερα”; Γιατί κάποιοι απ΄ αυτούς είναι  που κινούν τα νήματα στην ελληνική κοινωνία και κάποιοι απ΄ αυτούς είναι και που σκότωσαν τον Ζακ. Οι λεγόμενοι “νοικοκυραίοι”. Οι καλλιτέχνες είθισται – μέσω της τέχνης τους –  να θέτουν σημαντικά ερωτήματα στην κοινωνία για να την κάνουν καλύτερη, αλλά αυτό στην τηλεόραση  είναι πολύ δύσκολο. Κυρίως στο θέατρο συμβαίνει αυτό.

Σχετικά με τη δολοφονία του Ζακ, είχες πάρει θέση ανοιχτά και στο Facebook, καλώντας μάλιστα τον κόσμο να λάβει μέρος στην πορεία που είχε γίνει.

Είναι τρομακτικό αυτό που συνέβη. Έχουμε συνηθίσει τη βία να προέρχεται από τα κράτη, τον στρατό κ.λπ. Όταν ξαφνικά συνειδητοποιούμε ότι η βία προέρχεται από τον γείτονά μας, από αυτόν που μπορεί να ψωνίζαμε και να τον θεωρούσαμε ευγενικό και καλό, ξαφνικά επέρχεται ένα χάος συνείδησης. Και τότε είναι που αρχίζουμε να αναρωτιόμαστε για το πού πάμε. Για το ποιοι είναι οι πραγματικοί τραμπούκοι αυτής της κοινωνίας και εν τέλει για το ποιοι είμαστε εμείς οι ίδιοι. Είναι  τεράστιο κρίμα που ένας άνθρωπος χάθηκε έτσι. Και είναι τρομακτικό, αν σκεφτείς πως αν ο Ζακ δεν ήταν αυτός που ήταν, κανείς δε θα το έπαιρνε χαμπάρι.

Πιστεύεις ότι στην Ελλάδα υπάρχει η έννοια του queer θεάτρου ή ακόμα έχουμε εμμονή με τις κατικατούρες;

Το δεύτερο. Υπάρχουν φυσικά ομάδες και άνθρωποι που ασχολούνται με το queer θέατρο, την queer τέχνη στην Ελλάδα. Δυστυχώς όμως, ακόμη επικρατεί η φιγούρα της καρικατούρας. Όταν πάμε να κάνουμε έναν gay χαρακτήρα στη σκηνή ή στην τηλεόραση συνήθως αυτός ο χαρακτήρας υπάρχει ως μορφή, ως περίγραμμα και όχι ως περιεχόμενο. Έχουμε αυτή την εμμονή να αποτυπώνουμε τον gay, όπως εμείς οι μη gay νομίζουμε πως είναι και όχι όπως είναι στην πραγματικότητα.

Επειδή αρκετά έχουν γραφτεί, θες να μας πεις τι εννοούσες με τη φράση: “Μακάρι όλοι μας κατά κάποιον τρόπο να ήμασταν bisexual”;

Η ουσία αυτού του πράγματος είχε να κάνει με το “μακάρι όλοι να μπορούσαμε να ερωτευθούμε τον άνθρωπο και όχι το φύλο”. Δεν είχε να κάνει δηλαδή τόσο με τη σεξουαλική ταυτότητα αλλά κυρίως με την ανθρώπινη ύπαρξη. Δυστυχώς, μιας και δεν μπορώ να ερωτευτώ όλους τους ανθρώπους, γιατί για κάποιο λόγο μπορώ να ερωτευτώ μόνο γυναίκες, είπα ότι μακάρι να μπορούσαμε να ήμασταν όλοι bisexual για να επικεντρωνόμασταν έτσι μόνο στον άνθρωπο.

Βλέποντας τον τρόπο με τον οποίο πολλά μέσα διαχειρίστηκαν τη δήλωση σου αυτή, αισθάνθηκες την ανάγκη να “αποσαφηνίσεις” τη σεξουαλική σου ταυτότητα;

Δεν είχα ούτε έχω την ανάγκη να δικαιολογηθώ σε κανέναν για το τι είμαι. Προσπάθησαν να μου βάλουν κάποια ταμπέλα, αλλά είχε τόσο πλάκα όλο αυτό. Καταλαβαίνω ότι κάνει “μπαμ” στην ελληνική κοινωνία μια τέτοια δήλωση. Εγώ απλά το παρατηρούσα και γελούσα. Δεν με ενόχλησε όμως. Και τι έγινε που έλεγαν διάφορα;

Να υποθέσω, λοιπόν, ότι σου είναι η γνώριμη η έννοιας της διαφορετικότητας.

Φυσικά. Νομίζω πως βρίσκομαι στο κομμάτι της απόλυτης αποδοχής της διαφορετικότητας των ανθρώπων. Έχουμε μεγαλώσει και γαλουχηθεί σε μια κοινωνία με συγκεκριμένες εμπειρίες, βιώματα και παρελθόν. Όσο όμως περισσότερο νοήμονες είμαστε, τόσο μας βοηθάει να αντιληφθούμε την ύπαρξη της διαφορετικότητας. Αυτή που δεν αντιλαμβανόμασταν όταν ήμασταν 12 χρόνων και ήμασταν σαν τους μόγληδες και κάναμε το οποιοδήποτε bullying αριστερά και δεξιά, χωρίς να μας νοιάζει τίποτα. Είμαστε όλοι διαφορετικοί και καλό είναι να το αποδεχτούμε και να αποδεχτούμε και τον δίπλα μας. Είχαμε κάνει και με την ομάδα μου, πριν από τέσσερα χρόνια μια παράσταση για τη διαφορετικότητα, το “κάτι διαφορετικό”.

Μια τελευταία πρόταση για να κλείσουμε;

Το μεγαλύτερο όπλο των LGBT+ ατόμων είναι το χαμόγελο και η χαρά για τη ζωή. Κι αυτό είναι αξιοζήλευτο.

 

«Το δαχτυλίδι της μάνας» στο Tempus Verum/Εν Αθήναις


φωτογραφίες Νίκος Ζήκος

Από μικρός ήθελα να γίνω αστροναύτης. Εξάλλου, πάντα θυμάμαι να μου λένε ότι "πετάω στα αστέρια". Λόγω όμως σχετικής υψοφοβίας αποφάσισα να αλλάξω επαγγελματικό προσανατολισμό και να γίνω δημοσιογράφος (απ' το κακό στο χειρότερο), Μπήκα στο Πάντειο (Τμήμα Επικοινωνίας, Μέσων & Πολιτισμού) και λίγους καφέδες αργότερα πήρα το πτυχίο μου. Έκτοτε το επαγγελματικό μου μετερίζι με έχει οδηγήσει στην πόρτα ανθρωπιστικών οργανισμών (Διεθνή Αμνηστία, Έλιξ) αλλά και πολλών έντυπων και διαδικτυακών μέσων (Esquire, Nitro, Protagon, κλπ). Η σχέση μου με το Antivirus ξεκίνησε τυχαία τον Μάρτιο του 2013. Έκτοτε έγινε λατρεία... Είτε εδώ είτε στο περιοδικό, όλο και κάπου θα με πετύχετε. Αν τώρα θέλετε να κάνετε και κάποιο σχόλιο... θα με βρείτε στο bill_thanau@yahoo.gr. Cu!