Ένα από τα συχνά προβλήματα που μου φέρνουν τα ζευγάρια ως ψυχοθεραπευτή σχέσεων είναι ότι με την πάροδο του χρόνου, ο ένας σύντροφος θεωρεί τον άλλον δεδομένο. «Δεν μου δίνει τόση σημασία όσο παλιά», «Δεν με διεκδικεί πια.», «Μ’ έχει συνηθίσει», «Σαν να θεωρεί πώς ό,τι και να γίνει εγώ θα είμαι πάντα εκεί». Πολλά ζευγάρια φέρνουν με αγωνία ότι η σχέση τους έχει φθαρεί επειδή ο άλλος τους θεωρεί δεδομένο.

Ωστόσο, τι εννοούμε πραγματικά όταν λέμε «με θεωρεί δεδομένο»; Το παράπονο συνήθως προκύπτει μέσα από μικρές, καθημερινές καταστάσεις, όπως π.χ. η σύντροφός σου θεωρεί αυτονόητο ότι θα κάνεις εσύ τα ψώνια και δεν σ’ το ζητάει ευγενικά, ούτε σε ευχαριστεί μετά. Ο σύντροφός σου θεωρεί αυτονόητο το ότι καθάρισες και δεν το εκτιμάει τόσο, όσο εκτιμούσε διάφορα που έκανες για εκείνον στην αρχή της σχέσης σας.

Κι έτσι, ο ένας ή ο άλλος σύντροφος (ή και οι δύο) μαζεύουν παράπονα επειδή ο άλλος δεν τους εκτιμάει αρκετά και θεωρεί την παρουσία του και τα όσα προσφέρει αυτονόητα, δεδομένα. Ο αποδέκτης της κατηγόριας συνήθως αντιδρά με παρόμοιο τρόπο: «Κι εγώ κάνω τόσα για σένα, ούτε εσύ μου τα αναγνωρίζεις. Κι εσύ μ’ έχεις δεδομένο». Έτσι δημιουργείται ένας φαύλος κύκλος αλληλοκατηγοριών – αν και συχνότερο είναι ο ένας να επιτίθεται και να κατηγορεί και ο άλλος να αποτραβιέται και να κατεβάζει ρολά.

Όμως σε μια υγιή, καλή συντροφική σχέση πρέπει να θεωρούμε τον σύντροφό μας δεδομένο, όπως κι εκείνος εμάς! Για να το καταλάβουμε, ας πάμε λιγάκι στην αρχή της σχέσης μας, τότε που πρωτογνωριζόμασταν και δημιουργούσαμε τις βάσεις για τη σχέση μας. Πώς ήταν;

Κατά κανόνα, είναι τα μυαλά στα κάγκελα: τρελός ενθουσιασμός (αχ, μου έστειλε μήνυμα να ξαναβγούμε!), τρελή αγωνία (ωχ, γιατί δεν μου έχει απαντήσει ακόμα;), τρελή χαρά (θέλει να βλεπόμαστε περισσότερο!), τρελή απογοήτευση (γιατί μου μίλησε έτσι;) – γενικά, επικρατούν έντονα συναισθήματα μεγάλης τρέλας. Πράγμα απολύτως φυσιολογικό, γιατί σε αυτή την περίοδο γνωρίζουμε σιγά σιγά τον άλλον, δεν ξέρουμε αν ταιριάζουμε, αν τα συναισθήματα και το ενδιαφέρον είναι αμοιβαία. Εμφορούμαστε με μεγάλο ενθουσιασμό αλλά και μεγάλη αγωνία: μπορώ να αφεθώ σ’ αυτόν τον άνθρωπο; Μπορώ να τον εμπιστευτώ;

Τον πρώτο καιρό της γνωριμίας και της σχέσης λειτουργούμε στο κόκκινο, καθώς μέσα από διάφορες καταστάσεις μαθαίνουμε ο ένας τον άλλον, ώστε να δημιουργήσουμε μια βάση εμπιστοσύνης.

Αν δεν δημιουργηθεί αυτή η βάση εμπιστοσύνης, η σχέση πολύ απλά δεν προχωρά. Φανταστείτε να είστε με κάποια/ον που δεν απαντά στα τηλεφωνήματα, σας στήνει συνέχεια, λέει ψέματα, δηλώνει ότι είστε ζευγάρι και ύστερα εξαφανίζεται, λέει ότι θα κάνει κάτι και δεν το κάνει… Ύστερα από μερικές ευκαιρίες, το πιθανότερο είναι να της/του δώσετε τα παπούτσια στο χέρι.

Αντιθέτως, αν ο σύντροφός μας επιβεβαιώσει ότι μπορούμε να ακουμπήσουμε πάνω του, αυτό στην πράξη σημαίνει ότι θεωρούμε τον σύντροφό μας δεδομένο, δηλαδή ότι εμπιστευόμαστε ότι είναι εκεί για μας, μπορούμε να στηριχτούμε πάνω του ανά πάσα στιγμή, χωρίς κάθε φορά να πρέπει να το ζητάμε ρητά ή να αγωνιούμε μήπως μας απογοητεύσει.
Όταν η σύντροφός μου με θεωρεί δεδομένο σημαίνει ότι με εμπιστεύεται χωρίς πισινές, στηρίζεται πάνω μου και με θεωρεί άνθρωπό της. Αν δεν με θεωρούσε δεδομένο, θα ήμασταν όπως στην αρχή της σχέσης μας, μες στην αγωνία αν με θέλει ή αν τη θέλω. Θα ήταν αδύνατο να αντέξουμε τέτοια αβεβαιότητα για πολύ καιρό χωρίς να τρελαθούμε.
Πειστικά όλα αυτά, όμως τότε γιατί αισθανόμαστε χάλια που ο σύντροφός μας μας θεωρεί δεδομένους;

Επειδή οι άνθρωποι χρειαζόμαστε συνεχή, καθημερινή, ασταμάτητη αναγνώριση! Κάθε μέρα, έχουμε ανάγκη ο/η σύντροφός μας να αναγνωρίζει την παρουσία μας και τα όσα κάνουμε, ακόμα και τα πιο μικρά (το ότι μαγειρέψαμε, βγάλαμε τα σκουπίδια, θυμηθήκαμε κάτι σημαντικό για εκείνον κι ας είναι ασήμαντο για μας). Έχουμε απόλυτη, ζωτική ανάγκη ο/η σύντροφός μας να μας λέει καθημερινά πόσο σημαντικοί του/της είμαστε.
Όταν ρωτάμε τον σύντροφό μας «μ’ αγαπάς;» η πιο βλακώδης απάντηση είναι «Αφού το ξέρεις ότι σ’ αγαπώ». Όχι, δεν το ξέρω! Ή για να το πούμε ορθότερα, φυσικά και το ξέρω –αν δεν το ήξερα, δεν θα ήμασταν μαζί− όμως έχω ανάγκη να το ακούω ξανά και ξανά, καθημερινά, να το επιβεβαιώνω, γιατί μόνο έτσι καλύπτεται η απολύτως φυσιολογική, ανθρώπινη ανάγκη μου για σύνδεση.

Η αγάπη είναι λίγο πολύ σαν τη δίψα: κάθε μέρα έχουμε ανάγκη για νερό. Όταν διψάμε και ζητάμε νερό, είναι ανόητο να μας πει ο άλλος «μ’ αφού ήπιες προχτές». Κάθε μέρα διψάμε για αγάπη, δηλαδή ο/η σύντροφός μας να μας επιβεβαιώσει ότι μας αγαπά. Να μας επιβεβαιώσει ότι καλά κάνουμε και τον θεωρούμε δεδομένο στη ζωή μας.

από τον Λύο Καλοβυρνά/ synedries.grsyntrofikotita.gr