Με αφορμή την αυξημένη ανάγκη για εθελοντική προσφορά αίματος που προέκυψε την προηγούμενη περίοδο, ήρθε στην επιφάνεια η ανάγκη για αλλαγή των ισχυόντων κανόνων αιμοδοσίας και του περιοδικού ή μόνιμου αποκλεισμού ομάδων συμπολιτών μας από την προσφορά αίματος. Ενα πάγιο αίτημα, παρ’ όλα αυτά, οργανώσεων για τα ανθρώπινα δικαιώματα.

Συγκεκριμένα, σύμφωνα με το Προεδρικό Διάταγμα 138/2005 (ΦΕΚ 195 Α’), με το οποίο εναρμονίστηκε η ελληνική νομοθεσία με την Οδηγία 2004/33/ΕΚ για την εφαρμογή της Οδηγίας 2002/98/ΕΚ, καθορίζεται το πλαίσιο σύμφωνα με το οποίο το Κέντρο Αίματος και οι Νοσοκομειακές Υπηρεσίες Αιμοδοσίας ζητούν το ιατρικό ιστορικό του κάθε εθελοντή αιμοδότη.

Με αυτό διασφαλίζεται τόσο η προσωπική υγεία του αιμοδότη και η ασφαλής προσφορά αίματος όσο και η ποιότητα του προσφερόμενου αίματος για την αποφυγή μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων μέσω της μετάγγισης.

Πάνω σε αυτά τα δεδομένα, στη χώρα μας ο εθελοντής αιμοδότης καλείται να συμπληρώσει ένα ερωτηματολόγιο και να απαντήσει σε μια προφορική συνέντευξη του ειδικευμένου υγειονομικού προσωπικού για την αιμοδοσία.

Στο ερωτηματολόγιο αναφέρονται οι κατηγορίες πολιτών που δεν μπορούν να προσφέρουν αίμα.

Αυτές είναι: όποιος είχε έστω και μία ομοφυλοφιλική σχέση από το 1977 (!), όποιος έχει κάνει κάποτε ενδοφλέβια χρήση ναρκωτικών, όποιος είχε πολλούς ερωτικούς συντρόφους χωρίς τη συστηματική χρήση προφυλακτικών μέσων κατά την τελευταία δεκαετία, όποιος είναι ερωτικός σύντροφος πολυμεταγγιζόμενου ατόμου, όποιος είχε τους τελευταίους 12 μήνες ερωτικό σύντροφο ο οποίος πληρωνόταν είτε με χρήματα είτε με ναρκωτικά για να κάνει σεξ και γενικά όποιος πιστεύει ότι υπάρχει πιθανότητα να έχει εκτεθεί στον ιό που προκαλεί AIDS.

Οι οδηγίες αυτές που αναφέρονται στο ερωτηματολόγιο και εφαρμόζονται ακόμα στη χώρα μας δεν έχουν αναθεωρηθεί από τη μακρινή αρχή της δεκαετίας του 1980, τότε που ο ιός του HIV αποτελούσε ένα μυστήριο, καθώς δεν υπήρχαν ακριβείς πληροφορίες ούτε για τη μετάδοσή του ούτε και για τον πληγέντα πληθυσμό, ελλείψει εξειδικευμένων ιατρικών ερευνών.

Οπως σημειώνει ο διευθυντής του Εθνικού Κέντρου Μεταμοσχεύσεων της Ισπανίας, Rafael Matesanz, σχετικά με οδηγίες τέτοιου τύπου «αυτές οι αποφάσεις πάρθηκαν όταν η εντύπωση για τους φορείς του HIV ήταν ότι πρόκειται για ομοφυλόφιλους, αιμοφιλικούς, χρήστες ηρωίνης ή καταγωγής από την Αϊτή»!

Και συμπληρώνει ότι «το σημαντικό σήμερα είναι οι σεξουαλικές πρακτικές του καθενός μας και το αν αυτές θεωρούνται επικίνδυνες για μετάδοση νοσημάτων, ανεξαρτήτως του σεξουαλικού προσανατολισμού ή του φύλου του αιμοδότη».

Ποιο είναι πραγματικά το πρόβλημα σύμφωνα με τους επιστήμονες; Από τη στιγμή που ένα άτομο εκτεθεί στον ιό του HIV περνάει μια περίοδος μερικών ημερών μέχρι ο ιός να μπορεί να ανιχνευτεί στο αίμα του. Η περίοδος αυτή ορίζεται από μία εβδομάδα έως δέκα ημέρες, σύμφωνα με το τεστ PCR στο οποίο υποβάλλεται το αίμα που προέρχεται από εθελοντική αιμοδοσία για μεταγγίσεις, ενώ σύμφωνα με τα τεστ τέταρτης γενιάς τα οποία χρησιμοποιούνται για τις γενικές εξετάσεις του πληθυσμού, η περίοδος αυτή φτάνει τις τρεις εβδομάδες.

Ως εκ τούτου, οι ισχύουσες απαγορεύσεις για εθελοντική αιμοδοσία αποτελούν διάκριση σε βάρος των ομοφυλόφιλων ατόμων, αφού ο σεξουαλικός προσανατολισμός δεν ταυτίζεται με μια συγκεκριμένη σεξουαλική συμπεριφορά και οι ομοφυλόφιλοι είναι πιθανό να έχουν μια σταθερή σχέση, να παίρνουν όλες τις απαραίτητες προφυλάξεις, να εξετάζονται συχνά και να μην έχουν μια σεξουαλική ζωή που να μπορεί να χαρακτηριστεί «υψηλού ρίσκου» για τη μετάδοση του ιού του HIV ή άλλων νοσημάτων.

Τι συμβαίνει σε άλλες χώρες;

Στην Αγγλία οι κανόνες αποκλεισμού από την αιμοδοσία που ίσχυαν για ομοφυλόφιλους έφταναν στον έναν χρόνο αποχής. Φέτος η αποχή αυτή περιορίστηκε στους τρεις μήνες αποχής, δίχως να γίνεται διαχωρισμός σεξουαλικής προτίμησης.

Συμπεριληπτικοί ως προς όλο τον πληθυσμό έγιναν και οι κανόνες εθελοντικής αιμοδοσίας στη Δανία πολύ πρόσφατα. Δηλαδή για τους ομοφυλόφιλους άντρες η αποχή από το σεξ περιορίζεται στους 4 μήνες, ενώ ακόμα και ο περιορισμός αυτός μπορεί να αρθεί αν ο ομοφυλόφιλος άντρας τελεί σε μόνιμη σχέση. Μάλιστα η υπουργός Υγείας της Δανίας, Ellen Trane Nοrby, δηλώνει ότι «έχουμε εμπιστοσύνη στους ελέγχους που διασφαλίζουν την ποιότητα του αίματος», καθώς και ότι «το σύστημα εθελοντικής αιμοδοσίας που εφαρμόζουμε βασίζεται στην εμπιστοσύνη και στην αγάπη για προσφορά στον συνάνθρωπό μας από την οποία δεν μπορούμε να αποκλείσουμε κανέναν».

Στη Γαλλία, τον Νοέμβριο του 2015, η οδηγία άλλαξε σε έναν χρόνο αποχής από το σεξ για τους ομοφυλόφιλους άντρες και σε 4 μήνες εάν τελούν σε σταθερή σχέση.

Στον Καναδά η παλαιότερη οδηγία για αποχή από το σεξ για τους ομοφυλόφιλους, που έφτανε τα 5 χρόνια, περιορίστηκε στον έναν χρόνο, ενώ οι υπηρεσίες υγείας της χώρας είναι ήδη σε διαδικασία αλλαγής και αυτού του περιορισμού.

Σε χώρες όπως η Ισπανία, η Πορτογαλία, η Ιταλία και άλλες, δεν εφαρμόζεται κανένας διαχωρισμός μεταξύ ομοφυλόφιλων ή ετεροφυλόφιλων δωρητών αίματος, ενώ οι ερωτήσεις στον δωρητή από το ιατρικό προσωπικό περιορίζονται στην ασφαλή ή μη σεξουαλική συμπεριφορά του καθενός ξεχωριστά, ανεξάρτητα από τον σεξουαλικό του προσανατολισμό.

Στις χώρες αυτές δεν έχει παρατηρηθεί αύξηση μετάδοσης λοιμωδών νοσημάτων από μεταγγίσεις μεγαλύτερη από τα παγκόσμια ποσοστά. Δηλαδή, η μετάδοση του ιού του HIV φτάνει το 0,003% και της σύφιλης το 0,02%, τη στιγμή που σε χώρες όπου η αιμοδοσία απαγορεύεται στους ομοφυλόφιλους αλλά δεν πραγματοποιούνται σωστοί έλεγχοι το ποσοστό αυτό φτάνει το 1%.

Ως εκ τούτου, η Γενική Γραμματεία Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων πήρε την πρωτοβουλία να ενημερώσει σχετικά τον υπουργό Υγείας, ώστε να αρθούν οι παράλογοι κανόνες αποκλεισμού ομάδων πληθυσμού από την εθελοντική αιμοδοσία και να προβεί στις απαραίτητες ενέργειες για τη διόρθωσή τους, σύμφωνα με τη σύγχρονη ιατρική και με σεβασμό στην Αρχή της μη Διάκρισης.

Μαρία Γιαννακάκη, Γενική γραμματέας Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων

δημοσίευση: efsyn.gr