Λέγεται ότι οι γυναίκες μιλάνε πολύ. Είναι φλύαρες, γλωσσοκοπάνες, πολυλογούδες και κουτσομπόλες. To επιβεβαιώνει η λαϊκή σοφία, ντουζίνες φανταστικών χαρακτήρων σε ταινίες όπου οι γυναίκες ζαλίζουν τους άντρες με την ακατάσχετη φλυαρία τους και εκατοντάδες memes σύμφωνα με τα οποία δήθεν μπορείς να ξεχωρίσεις το αρσενικό από το θηλυκό επειδή το δεύτερο δείχνει να μη βάζει γλώσσα μέσα του.

Το στερεότυπο αυτό με ξενίζει γιατί σύμφωνα με την προσωπική μου εμπειρία οι άντρες μιλάνε παντού και ασταμάτητα. Είναι περίεργο να κατηγορούνται οι γυναίκες για πολυλογία σε μία κοινωνία όπου ακούμε κυρίως την άποψη των αντρών, από τις ειδήσεις και τα talk shows μέχρι τη Βουλή -για να μη μιλήσω καν για τα οικογενειακά τραπέζια ή ακόμα και τις φεμινιστικές σελίδες όπου οι άντρες αντιφεμινιστές δεν το βουλώνουν εκτός αν φάνε μπλοκ.

Σε παρόμοια συμπεράσματα άλλωστε καταλήγουν και διάφορες επιστημονικές έρευνες οι οποίες εξετάζουν τον χρόνο ομιλίας που καταλαμβάνουν οι άντρες και οι γυναίκες σε διαφορετικά πλαίσια. Και ενώ οι γυναίκες φαίνεται να μιλάνε πράγματι κάπως περισσότερο σε ορισμένες περιπτώσεις, όπως πχ στις διαπροσωπικές τους σχέσεις με άλλες γυναίκες, η πλειονότητα των ερευνών δείχνει ότι στα περισσότερα συγκείμενα οι άντρες μιλάνε περισσότερο απο τις γυναίκες. Ιδιαίτερα, όσον αφορά τον δημόσιο και επίσημο λόγο, τις ταινίες, τον χώρο εργασίας, τις αίθουσες διδασκαλίας, τα meetings, τις μικτές ομάδες συζήτησης και τα επιστημονικά συνέδρια,οι άντρες τείνουν να παίρνουν τον λόγο συχνότερα και για περισσότερη ώρα από αυτή που τους αντιστοιχεί αναλογικά. Όχι μόνο αυτό, αλλά οι έρευνες δείχνουν ότι τείνουν να διακόπτουν τις γυναίκες -κάτι που άλλωστε αποτελεί πτυχή της έννοιας του «mansplaining». Oι γυναίκες με λίγα λόγια μιλάνε λιγότερο όχι επειδή υποεκπροσωπούνται αλλά επειδή συχνά οι άντρες δεν τις αφήνουν να σταυρώσουν λέξη.

Γιατί λοιπόν σε έναν κόσμο όπου οι αντρικές φωνές ακούγονται συχνότερα και δυνατότερα, είναι οι γυναίκες  αυτές που έχουν την φήμη πως μιλάνε περισσότερο; Αυτό έχει να κάνει με το πώς οι γυναίκες ομιλήτριες εκλαμβάνονται από τους ακροατές. Έρευνές δείχνουν πως αυτές θεωρείται ότι συνεισέφεραν περισσότερο στην κουβέντα ακόμα και όταν στην πραγματικότητα έχουν μιλήσει λιγότερο από τους άντρες. Φαίνεται λοιπόν πως η ομιλητικότητα των γυναικών δεν συγκρίνεται με αυτή των αντρών αλλά με με μία κατάσταση απόλυτης σιωπής-το ιδανικό που άλλωστε υπαγορεύει η πατριαρχία στις γυναίκες. Το στερεότυπο απορρέει από ένα μισογυνικό πλαίσιο το οποίο θεωρεί ότι οι γυναίκες μιλάνε υπερβολικά απλά επειδή δεν κάθονται σιωπηλές περνώντας απαρατήρητες και το οποίο δεν περιμένει ότι αυτές έχουν έτσι κι αλλιώς κάτι σημαντικό να πουν.

Σε δεύτερο επίπεδο θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι λειτουργία ακριβώς επιτελεί ο μύθος της γυναικείας πολυλογίας. Βάζοντας σε κυκλοφορία το στερεότυπο της φλύαρης γυναίκας -συχνά με την τσιριχτή ενοχλητική φωνή- η πατριαρχία ουσιαστικά προσπαθεί να τις φιμώσει. Οι γυναίκες μαθαίνοντας ότι η ομιλία τους ενοχλεί και θέλοντας να αποφύγουν να ταυτιστούν με το απωθητικό κλισέ της πολυλογούς, περιορίζουν από μόνες τους την ομιλία τους, γίνονται πιο διστακτικές στο να πάρουν το λόγο και πιο δεκτικές και παθητικές όταν άλλοι τις διακόπτουν. Αυτό συνάδει με την γενικότερη προσπάθειά τους να πιάνουν λιγότερο χώρο μπροστά σε άλλους . Ταυτόχρονα όλη αυτή η ρητορική περί γυναικείας πολυλογίας είναι άμεσα συσχετισμένη με την στερεοτυπική εικόνα της γυναικείας γκρίνιας και μουρμούρας η οποία παρουσιάζει τις γυναίκες ως ανυπόφορες υπάρξεις τις οποίες οι άντρες «ανέχονται» -αλλά που συχνά ωθούνται να αντιδράσουν βίαια.

Ο μύθος ότι οι γυναίκες μιλάνε πολύ μας υπενθυμίζει ότι τα στερεότυπα δεν είναι, όπως θέλουμε να πιστεύουμε, απλοποιημένα σχήματα της πραγματικότητας αλλά διεστρεβλωμένες εικόνες οι οποίες συμμετέχουν ενεργά στην συστημική καταπίεση διαφορετικών ομάδων.