Ο Δρ. Richard Green, ένας από τους πρώτους που στάθηκε κριτικά απέναντι στην παθολογικοποίηση της ομοφυλοφιλίας, πέθανε στις 6 Απριλίου στο σπίτι του στο Λονδίνο σε ηλικία 82 ετών.


Έπασχε από καρκίνο του οισοφάγου, σύμφωνα με δηλώσεις του γιου του, Adam Hines-Green.

Ο Δρ. Green ήταν, επίσης, ισχυρός υποστηρικτής των δικαιωμάτων των gay και τρανς ατόμων. Μελέτησε την περιθωριοποίηση των ανθρώπων, λόγω σεξουαλικής ταυτότητας ή/και ταυτότητας φύλου, ενώ εκπαιδευόταν ως γιατρός στο Πανεπιστήμιο Johns Hopkins στη Βαλτιμόρη, όπου και ηγήθηκε της μελέτης σχετικά με τη σεξουαλικότητα.


Το 1972, αμέσως μετά την ολοκλήρωση της ειδίκευσής του στην ψυχιατρική, αψήφησε τη συμβουλή των συναδέλφων του και δημοσίευσε ένα επιστημονικό άρθρο στο The International Journal of Psychiatry αμφισβητώντας «την υπόθεση ότι η ομοφυλοφιλία είναι μια ασθένεια ή ένας ομοφυλόφιλος είναι κατώτερος» .

Εκείνη την εποχή, τρία χρόνια μετά τα γεγονότα στο Stonewall Inn στη Νέα Υόρκη, το διαγνωστικό εγχειρίδιο της ψυχιατρικής χαρακτήρισε την ομοφυλοφιλία ως διαταραχής.


«Αυτές ήταν στιγμές που, αν μιλούσες για την υποστήριξη των ομοφυλοφίλων, το κόσμος αμέσως σκεφτόταν ότι ήσουν κρυφά gay ή είχες ανεπίλυτα σεξουαλικά ζητήματα» , δήλωσε σε συνέντευξή του ο Δρ. Jack Drescher, κλινικός καθηγητής ψυχιατρικής στο Columbia:

«Ο Richard ήταν ετεροφυλόφιλος και χρειάστηκε πολύ θάρρος να υποστηρίξει τους ομοφυλόφιλους.»  

Αυτό το άρθρο, όπως και άλλα, ξεκίνησαν μια μακρά διαμάχη στο επάγγελμα, με ένα μεγάλο μέρος της, να είναι πικρή και σαρκαστική. Σε μια δημοσιευμένη συζήτηση, στην Αμερικανική Εφημερίδα Ψυχιατρικής ο δρ. Green έθεσε το ερώτημα για το αν θα έπρεπε να χαρακτηριστεί η ετεροφυλοφιλία ως ψυχική διαταραχή.

«Μορφές ετεροφυλοφιλικής συμπεριφοράς αποτελούν πράγματι περιπτώσεις, που αντιμετωπίζουν οι ψυχίατροι» , έγραψε. Πρόσθεσε ότι: «η αστάθεια στη διατήρηση μίας σχέσης αγάπης και η χρήση των νευρωτικών χρήσεων της σεξουαλικότητας – στην οποία η σεξουαλικότητα χρησιμοποιείται για τον έλεγχο των άλλων – ως υποκατάστατο άλλων αισθημάτων αυτοπεποίθησης ή ως άμυνα κατά του άγχους και της κατάθλιψης» , εμφανίζονται σε μεγάλο ποσοστό περιπτώσεων.

Το 1973, η Αμερικανική Ψυχιατρική Εταιρεία, με τον Δρ. Green κι άλλες προσωπικότητες, όπως ο Δρ. Judd Marmor κι ο Δρ. Robert Spitzer αποφάσισε να αφαιρέσει την ομοφυλοφιλία από το διαγνωστικό εγχειρίδιο.

Ο Δρ. Green συνέχισε την έρευνά του στο «The Sissy Boy Syndrome» και στην ανάπτυξη της ομοφυλοφιλίας, που δημοσιεύτηκε το 1987 και  επέμεινε στην υπεράσπισή της, καθ ‘όλη τη διάρκεια της καριέρας του, εμφανιζόμενος ως μάρτυρας για gay και τρανς άτομα σε περισσότερες από δώδεκα δίκες.

Το 1962, κατέθεσε για έναν άνθρωπο από τη Νικαράγουα, που κινδύνευε με απέλαση, επειδή ήταν ομοφυλόφιλος. Ο ενάγων επικράτησε κι έγινε τελικά κάτοικος Ηνωμένων Πολιτειών. Ο Δρ. Green κατέθεσε, επίσης, για την υπεράσπιση μιας τρανς γυναίκας, η οποία ήθελε να διατηρήσει τη δουλειά της ως πιλότος, και το δικαίωμα να βλέπει τα παιδιά της ως γονέας.

Αφού ολοκλήρωσε το πτυχίο του στο Yale, κατά τη δεκαετία του ’50, ο Δρ. Green, ως εθελοντής δικηγόρος, εντάχθηκε σε μια υπόθεση του 1990, μεταξύ της Αμερικανικής Ένωσης Πολιτικών Ελευθεριών της Καλιφόρνια και των Boy Scouts (Ομάδα Προσκόπων) Αμερικής, σχετικά με την υπόθεση ενός gay άνδρα, που ήθελε να γίνει βοηθός ομαδάρχη. Οι Boy Scouts κέρδισαν, αν κι η οργάνωση έμελλε να άρει την απαγόρευσή της για τους ανοιχτά gay ομαδάρχες το 2015.

«Φανταστείτε να κέρδιζε στη δίκη των προσκόπων» , δήλωσε ο Δρ. Jules Black, ένας μαιευτήρας-γυναικολόγος, ο οποίος ήταν ιδρυτής της Εταιρείας Αυστραλών Σεξολόγων και φίλος του Δρ. Green:

«Είχε το μυαλό και το θάρρος να αναλάβει τους συναδέλφους του, το ψυχιατρικό ίδρυμα, κι αυτά τα μεγάλα ζητήματα, όπως η αποποινικοποίηση της σεξουαλικότητας, ήταν τεράστια. Δεν το έκανε μόνος του, αλλά ήταν ακριβώς στο επίκεντρο αυτών.»

Ο Richard Philip Green γεννήθηκε στις 6 Ιουνίου 1936 στο Crown Heights του Μπρούκλιν, ήταν το μοναδικό παιδί του Leo και της Rose (Ingber) Green. Ο πατέρας του ήταν λογιστής κι η μητέρα του δασκάλα.

Μετά την αποφοίτησή του από το γυμνάσιο, μπήκε στο Πανεπιστήμιο Syracuse με κρατική υποτροφία και πήρε το πτυχίο του από το Johns Hopkins το 1961. Ειδικεύτηκε στην ψυχιατρική στο Πανεπιστήμιο της Καλιφόρνιας του Λος Άντζελες, όπου έγινε καθηγητής και ερευνητής. Το 1986 συνάντησε τη Melissa Hines, η οποία ήταν μέλος του ακαδημαϊκού προσωπικού εκεί και παντρεύτηκαν. Χώρισαν το 2014.

Εκτός από το γιο του, ο Δρ. Green ζούσε με τη σύντροφό του Claire Loveday.

Στο πρώιμο έργο του, ο Δρ. Green διαπίστωσε ότι πολλά θηλυπρεπή αγόρια μεγαλώνοντας φαίνεται ότι είναι gay. Αυτό, μαζί με άλλες έρευνες, το αναθεώρησε το 1987 στο βιβλίο του με τίτλο: “The ‘Sissy Boy Syndrome’ and the Development of Homosexuality.” 

Το 1975 ίδρυσε τη Διεθνή Ακαδημία Σεξουαλικής Έρευνας και έγινε ο πρώτος συντάκτης του περιοδικού της, Archives of Sexual Behavior, θέση που κατείχε μέχρι το 2002.

Μετά την απόκτηση του πτυχίου Νομικής, ο Δρ. Green μετακόμισε στη Βρετανία, όπου διετέλεσε ως καθηγητής ψυχιατρικής στη Σχολή Ιατρικής του Imperial College του Λονδίνου και στις σχολές νομικής και ψυχολογίας του Πανεπιστημίου του Cambridge.

Σε όλους τους διάφορους ρόλους του, είπαν οι φίλοι του, ότι ήταν εξωφρενικά ο ίδιος:

«Δεν είχε κανένα συμφέρον να συμμορφωθεί» , δήλωσε ο γιος του, «Πέρα από αυτούς που αγαπούσε, πραγματικά δε νομίζω ότι νοιαζόταν για το τι σκέφτονταν ή έλεγαν για εκείνον οι άνθρωποι. Τις περισσότερες φορές, νομίζω ότι αγαπούσε το γεγονός ότι θα έλεγαν κάτι για εκείνον έτσι κι αλλιώς. Δεν είχε κανένα απολύτως ενδιαφέρον για κοινωνικούς κανόνες.» 

Πηγή: NY Times