Και αποφάσισα να σου γράψω απόψε μαμά, πως είναι που με έκανες γυναίκα και πως είναι η γυναίκα που κάνω εγώ. Kανονιστικά πρότυπα και δίπολα, φάσματα και επιτρεπτικότητα. Το δικό σου μωβ και το δικό μου κόκκινο.

Γεια σου μαμά,
Εγώ είμαι, με θυμάσαι;
Φυσικά και με θυμάσαι, η κόρη σου θα ήμουν εξάλλου.
Ο χρόνος κυλάει γρήγορα και σταματά στις μνήμες.
Ανακάλεσα το χρόνο μαζί σου, μαμά.
Θυμάσαι;
Μου φώναξες και με έπεισες.
Με έπεισες για την παράλογη μα κοινωνικά τέλεια συμμορφωμένη σκέψη σου.
Αντιστάθηκα στη βία σου, με ψέματα και εσωτερικούς λυγμούς.
Μα όσο και να ήθελα να σε προστατεύσω, να σε αφήσω γλυκά να (με) ονειροπολείς, με έγδυσες, με βίασες και με άφησες έτσι, χωρίς ρούχα, χωρίς φωνή.
Στερώντας μου τον εαυτό μου.
Με έντυσες με κοινωνικές ετικέτες, αργότερα μου φόρεσες τα εσώρουχα της κατάθλιψης, το φόρεμα των υποχρεώσεων, τα σανδάλια της υποκρισίας, σε μωβ, πένθιμο φόντο, και όλες οι νότες έπαιζαν στο κλειδί του σολ.
Μιας και μόνο εσύ μπορούσες να μου αγοράσεις ενδύματα, υφάσματα και χρώματα, με έντυσες, με αγκάλιασες με αυτού του είδους τη φροντίδα που σε σκλαβώνει, που σε χειρίζεται συναισθηματικά με βία και οδύνη, σε γεμίζει πόνο και οργή, αγαπώντας σε.
Έτσι με περιτύλιξες,
Και με αποκάλεσες κορίτσι, με μεγάλωσες σαν κοπέλα, με έκανες γυναίκα. Μου έβαλες ακόμη και ανθάκια στα κόκκινα μαλλιά μου, γνώριζες πόσο πολύ μου άρεσαν τα ανθάκια στα μαλλιά.
Γνώριζες, και εντέχνως με άφησες να βάλω και κάτι που μου αρέσει, στο κόκκινό μου φόντο.
Το χέρι που σε αγγίζει και σε φροντίζει, είναι τόσο οικείο, το χρώμα του, οι φλέβες του, οι ρόζοι του.
Όλα είναι τόσο γνώριμα και τόσο τοξικά. Εξάλλου για αυτό είναι τοξικά.
Και τι να σου πω, πως να σε αντικρίσω μαμά;
Νομίζεις πως με έκανες γυναίκα, νομίζεις με έπλασες όπως ήθελες.
με έκανες να το κάνω.
Υποκρισία.
Επιτελεστικότητα.
Κλειδί του Σολ.
Δεν είναι τέτοιου είδους ιστορία.
Κι όμως, μαμά, δεν είσαι σύμφωνη με αυτό τον γυναικείο ρόλο που επιτελώ.
Δεν θέλεις να με δεις, δεν μπορείς να με κοιτάξεις.
Φαντάζομαι πως θα ήταν να με συναντήσεις μια μέρα στο δρόμο. Φαντάζεσαι;
Τυχαία.
Τα μαλλιά μου δεν θα είναι χτενισμένα, είναι κόκκινα και θα είναι άγρια, με ψαλίδα και ξηρά, δεν αφιερώνομαι δυναμικά στα προϊόντα καλλωπισμού.
Οι ρώγες μου θα διαγράφονται μέσα από τις μπλούζες, όχι μαμά, δεν εμπιστεύομαι πολιτικά τα σουτιέν.
Το σώμα μου θα είναι πράξη, και συζήτηση, διάλογος και συμπερίληψη, δεν θα ακολουθεί πιστά τις έμφυλες καταχωρήσεις που τόσο λατρεύεις.
Και τόσα σημάδια, ρωγμές και αμυχές, θα είναι τόσο πανέμορφα σημαδεμένο το κορμί μου, τα μπράτσα μου, τα πόδια μου, η κοιλιά μου.
Δεν θα σου αρέσουν καθόλου μαμά, και αναρωτιέμαι αν θα μπορέσεις να το αντέξεις.
Οι νότες μου δεν παίζουν στο κλειδί του σολ, αλλά στο κλειδί του φα, μαμά.
Η γυναίκα που θα ήθελες δεν έχει τη προβολική ταυτότητα που επιμένεις να προωθείς.
Η γυναίκα σου, μαμά, είναι κάποιας άλλης, ή κάποιου άλλου ή και πολλών μαζί.
Και δεν ξέρω εάν θα μπορούσες να το αντέξεις.
Μα και να μπορούσες, λίγη σημασία έχει πλέον.
Γεια σου μαμά.

Γεννατά Χριστιάνα

photo: by Hope DiKappa