Ο Liam Neeson δήλωσε πρόσφατα, πως μετά τον βιασμό μίας φίλης του από έναν άγνωστο μαύρο άντρα έψαχνε επί τουλάχιστον μία βδομάδα αφορμή να σκοτώσει έναν μαύρο. Όχι τον μαύρο που την βίασε, έναν ΟΠΟΙΟΔΗΠΟΤΕ μαύρο, απλά ως εκδίκηση. Το σοκαριστικό της υπόθεσης δεν είναι τόσο ο εξόφθαλμος ρατσισμός αυτής της αφήγησης όσο το πόσο γρήγορα έσπευσαν οι fans του (ή απλά random ρατσιστές) να τον υποστηρίξουν θεωρώντας τις κατηγορίες για ρατσισμό υπερβολική αντίδραση.

Ας ξεκινήσουμε πρώτον αναλύοντας το ρατσιστικό στοιχείο. Είναι φαντάζομαι προφανές πως αν την φίλη του την είχε βιάσει λευκός δε θα είχε ξεχυθεί στους δρόμους ψάχνοντας μια αφορμή να ξεκινήσει τσαμπουκά με έναν τυχαίο λευκό για να τον σκοτώσει. Η φυλή του βιαστή έχει σημασία μόνο αν αποκλίνει από αυτό που θεωρείται «κανονικό» στο εκάστοτε συγκείμενο, μόνο όταν ανήκει στον Άλλον. Ακριβώς με τον ίδιο τρόπο που μόνο όταν ένας βιαστής στη χώρα μας είναι μετανάστης, το περιστατικό εκλαμβάνεται ως αντιπροσωπευτικό όλων των μεταναστών. Όταν ο βιαστής είναι λευκός / Έλληνας τότε είναι εξατομικευμένη υπόθεση και ο βιαστής δεν εκπροσωπεί την φυλή του ή την χώρα καταγωγής του. Ο μύθος του μαύρου βιαστή άλλωστε χρησιμοποιήθηκε πολύ συχνά ως αφορμή για το λιντσάρισμα μαύρων καθώς η μαύρη σεξουαλικότητα θεωρούταν πάντα απειλητική για την λευκή φυλή –συγκεκριμένα για την αγνή λευκή γυναίκα την οποία ο λευκός άντρας φρόντιζε να υπερασπιστεί. Για το λόγο αυτό η περίπτωση που περιγράφει ο ηθοποιός δεν θα πρέπει να ιδωθεί απομονωμένη από το πολιτισμικό της πλαίσιο. Είναι η λογική που δικαιολογεί την ρατσιστική βία χρησιμοποιώντας την «τιμή» των γυναικών ως αφορμή.

Κατά δεύτερον, η μαρτυρία του Neeson έχει και μία νότα σεξισμού. Είναι συχνό φαινόμενο ο βιασμός μιας γυναίκας να μετατρέπεται αυτόματα στην ιστορία εκδίκησης ενός άντρα. Εκ πρώτης όψεως αυτό φαντάζει ρομαντικό, σχεδόν φεμινιστικό. Ένας άντρας παίρνει τόσο προσωπικά την πατριαρχική βία που δέχθηκε μία γυναίκα που προτίθεται να φτάσει μέχρι και τον φόνο. Ωστόσο θα πρέπει να παρατηρήσουμε ότι καμιάς γυναίκας η ζωή δε θα γινόταν καλύτερη αν ο Neeson σκότωνε έναν τυχαίο άντρα. Επομένως, η παρόρμησή του αυτή δεν αφορούσε τόσο στη φίλη του όσο στην προσπάθειά του ίδιου να νιώσει καλύτερα και να διαχειριστεί τον δικό του θυμό. Ακόμα και αν έψαχνε να σκοτώσει τον συγκεκριμένο βιαστή είναι αμφίβολο αν η πράξη του αυτή θα είχε ευγενή ή απλά εγωιστικά κίνητρα. Είναι λίγο ειρωνικό να είναι συνήθως οι άντρες αυτοί που πρεσβεύουν την βίαιη τιμωρία των βιαστών, όταν είναι οι γυναίκες αυτές που αποτελούν τα κατεξοχήν θύματα. Είναι σαν το μόνο αντίδοτο στην τοξική αρρενωπότητα να είναι περισσότερη τοξική αρρενωπότητα. Θα προτιμούσαμε να δούμε να διοχέτευαν οι άντρες όλην αυτή την ενέργεια, μιλώντας για την κουλτούρα του βιασμού και στηρίζοντας τον φεμινισμό. Ειρωνικά ο Liam Neeson αποκάλεσε το κίνημα #Metoo «κυνήγι μαγισσών».

Το θέμα αυτό το πραγματεύτηκε δεξιοτεχνικά η ιρανική ταινία Ο Εμποράκος που κέρδισε το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας το 2016. H ταινία δείχνει ακριβώς το πώς η εμμονή ενός άντρα να τιμωρήσει τον βιαστή της συζύγου του όχι μόνο δεν την βοηθάει να ξεπεράσει το τραύμα της αλλά στο τέλος διαλύει και την σχέση του με αυτήν. Ο τρόπος που διηγείται την ιστορία ο Liam Neeson γίνεται με έναν τρόπο που ο βιασμός της φίλης του είναι about him. Και η αλήθεια είναι ότι σε πολλές αφηγήσεις ο βιασμός μιας γυναίκας είναι απλά η αφορμή για να εστιάσουμε στον τραυματικό τρόπο με τον οποίο τον βιώνει ένας κοντινός της άντρας –μοτίβο που έχουμε δει πχ στο Game of Thrones με τον βιασμό της Sansa, όπου ο φακός εστιάζει στον πόνο του θετού της αδελφού Greyjoy με αυτόν να γίνεται το τραγικό πρόσωπο της ιστορίας. Οι ιστορίες των γυναικών δεν θα έπρεπε να έχουν άντρες πρωταγωνιστές ούτε θα έπρεπε να μετατρέπονται το προσωπικό ταξίδι εκδίκησης ενός άντρα που ψάχνει να εκτονώσει την ματσίλα του –πολύ περισσότερο όταν η εκτόνωση αυτή έχει ρατσιστικό πρόσημο.

Τρίτον, θα μπορούσε κανείς να ισχυριστεί πως αυτό συνέβη στο παρελθόν και ο Neeson κατάλαβε το λάθος του και μετανόησε, και αυτός θα ήταν ένας δίκαιος ισχυρισμός. Και πάλι όμως ο τρόπος που το διηγείται περιστρέφεται γύρω από το προσωπικό του δράμα. Ο ηθοποιός περιγράφει πως μετά από μία βδομάδα συνειδητοποίησε ότι οι φαντασιώσεις εκδίκησής του ήταν λάθος και παραιτήθηκε. Λέει ότι αντιλαμβάνεται πόσο άσχημη ήταν η αντίδρασή του. Αυτό όμως δεν μετατρέπεται σε αφορμή για να μιλήσει για τον ρατσισμό και για τις ζωές των μαύρων που έχουν χαθεί με αυτόν τον τρόπο . Η διήγηση του Neeson μας αφήνει ανικανοποίητους, γιατί είναι μια ιστορία που αφορά στον ίδιο ενώ θα έπρεπε να είναι μια ιστορία που αφορά στους μαύρους και τον ρατσισμό που βιώνουν. Έχοντας συνειδητοποιήσει τον ακραίο ρατσισμό που είχε αφομοιώσει ο ίδιος, θα περιμέναμε κάτι περισσότερο για να εξιλεωθεί από ένα φιλικό χτύπημα στην πλατούλα που το κατάλαβε εγκαίρως και αποφεύχθηκε το μοιραίο. Και δυστυχώς ο Neeson, όπως και πολλοί λευκοί, φαίνονται να θεωρούν τους εαυτούς τους ήρωες και μόνο που απέβαλαν μία ρατσιστική ιδέα. Η εμπειρία αυτή θα έπρεπε να τον έχει μετατρέψει τουλάχιστον σε ακτιβιστή του κινήματος Black Lives Matters.

Η μαρτυρία του ηθοποιού σίγουρα δεν στερείται νοήματος και ίσως να βοήθησε να δοθεί ορατότητα στο θέμα της ρατσιστικής βίας και τα κίνητρα της. Η παραδοχή ενός διάσημου ίσως τελικά συνεισφέρει θετικά στην όλη συζήτηση, αν μη τι άλλο αποδεικνύοντας ότι τέτοια περιστατικά είναι υπαρκτά και δεν βρίσκονται μόνο στην φαντασία των μαύρων. Ο τρόπος που πολλοί όμως ερμήνευσαν την πράξη του από ηρωική έως απλά δείγμα ψυχικής έντασης δείχνει ότι δυστυχώς έχουμε πολύ δρόμο να διανύσουμε.

ΑΦΗΣΤΕ ΜΙΑ ΑΠΑΝΤΗΣΗ

Please enter your comment!
Please enter your name here

Αυτός ο ιστότοπος χρησιμοποιεί το Akismet για να μειώσει τα ανεπιθύμητα σχόλια. Μάθετε πώς υφίστανται επεξεργασία τα δεδομένα των σχολίων σας.