Ο gay νεαρός, Sam Blaylock υπέστη τρομακτική κακοποίηση μεγαλώνοντας και τώρα ελπίζει να εμπνεύσει άλλα άτομα με την ιστορία του.

«Είμαι ο Sam Blaylock από το Πόρτλαντ του Όρεγκον.» 

Η μητέρα μου έμεινε έγκυος με μένα ως ατύχημα και στη συνέχεια κι οι δύο γονείς μου αποφάσισαν να με εγκαταλείψουν. Ευτυχώς, η έκτρωση απέτυχε αν κι αυτό οδήγησε στο να γεννηθώ δύο μήνες πιο νωρίς.

Ο πατέρας μου ήταν εξαιρετικά βίαιος προς τη μητέρα μου κι αυτό χειροτέρεψε όταν γεννήθηκα.

Όταν ήμουν περίπου τεσσάρων χρονών, οι γονείς μου αποφάσισαν να πάρουν διαζύγιο κι η μητέρα μου με έδωσε στον πατέρα μου, γνωρίζοντας ότι ήταν κακοποιητικός. Ο πατέρας μου κι εγώ μετακομίσαμε στη Βιρτζίνια και μέσα σε έξι μήνες αποφάσισε να με πάρει μαζί του στο Πακιστάν – όπου γεννήθηκε και μεγάλωσε. Στη συνέχεια παντρεύτηκε με τη μητριά μου και με άφησε εκεί με την οικογένειά του.

Είδα πράγματα που ένα παιδί δεν πρέπει ποτέ να δει και να αντιμετωπίσει. Πολλές κακοποιητικές καταστάσεις, μεταξύ άλλων, κι από δασκάλους. Με ανάγκαζαν να ασπαστώ το Ισλάμ.

Ωστόσο, η μητριά μου κι εγώ δημιουργήσαμε ένα δεσμό και δεθήκαμε.

Η οικογένεια με έλεγχε απόλυτα και δεν μου επιτρεπόταν ποτέ να μάθω τίποτα για τη μητέρα μου, για τη γέννησή μου ή να της μιλήσω στο τηλέφωνο. Αν έβρισκα φωτογραφίες της μητέρας μου εκεί γύρω με χτυπούσαν, απλά και μόνο επειδή ρώτησα ποια ήταν.

Μετά από λίγο, μου επέτρεψαν να μιλήσω μαζί της, καθώς η μητέρα μου είχε καλέσει πολλές φορές στην πρεσβεία των ΗΠΑ κι ήρθε να με επισκεφθεί. Ήθελε να βεβαιωθεί ότι ήμουν εντάξει δεδομένης της δολοφονίας του [πρώην πρωθυπουργού του Πακιστάν] Benazir Bhutto.

Ως πολίτης των Ηνωμένων Πολιτειών, θα μπορούσα να επιστρέψω οποτεδήποτε, αλλά ο πατέρας μου φρόντισε αυτό να μη συμβεί. Μετά από έξι χρόνια στην κόλαση – συμπεριλαμβανομένου του ότι ο πατέρας μου απάτησε την μητριά μου – αποφάσισε να μας φέρει στη Βιρτζίνια, στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Εγώ, τότε, έβλεπα τον πατέρα μου ως ήρωα, ως έναν εκπληκτικό άνθρωπο. Αυτό άλλαξε αμέσως μόλις έδειξε το πραγματικό του πρόσωπο, όταν ξεκίνησε να κακοποιεί τη μητριά μου.

Θυμάμαι ένα περιστατικό όπου την χτύπησε τόσο άσχημα στο πρόσωπό της, που ξεφλούδιζε το αίμα. Είδα τα πάντα κι έπρεπε να πάω στο σχολείο την επόμενη μέρα και να μείνω σιωπηλός.

Ο πατέρας μου σίγουρα θα καταλάβαινε ότι ήμουν θηλυπρεπής και θα με έσφαξε. Έζησα πολύ ρατσισμό στο σχολείο.

Ένιωθα τόσο μόνος.

Αυτό συνέχισε μέχρι, που έγινα 12 ετών, τότε έπρεπε πάλι να φύγουμε. Ζούσαμε σε ένα διαμέρισμα και τότε ήταν που η κακοποίηση άρχισε να κατευθύνεται πάνω μου. Ήμουν έφηβος κι άρχισα να αναπτύσσω περισσότερα «θηλυκά» χαρακτηριστικά.

Ένα περιστατικό που έχει χαραχθεί για πάντα στο νου μου είναι, όταν τα πράγματα πήγαν τόσο άσχημα, που η μητριά μου προσπάθησε να αυτοκτονήσει. Δεν ειδοποιήθηκαν οι αρχές. Ποτέ.

Η βιολογική μου μητέρα κι εγώ αγωνιστήκαμε να διατηρήσουμε επαφή – μας επιτράπηκε να μιλάμε για 15 λεπτά στο τηλέφωνο κάθε Κυριακή.

Η μητέρα μου αποφάσισε να μου στείλει ένα iPad για τα γενέθλιά μου και με αυτό, η ζωή μου άλλαξε, λόγω μιας μόνο συσκευής. Άρχισα να συνομιλώ με τη μητέρα μου καθημερινά, πίσω από την πλάτη του πατέρα μου κι άρχισα να ανακαλύπτω τη ζωή εκτός της απομονωμένης ύπαρξής μου. Άρχισα να αντιλαμβάνομαι ότι ο πατέρας μου δεν ήταν νορμάλ.

Άρχισα επίσης να ανακαλύπτω τη σεξουαλικότητά μου και το ποιος ήμουν.

Αλλά τότε ο πατέρας μου έψαξε το iPad μου κι ανακάλυψε ότι μιλούσα με τη μητέρα μου κι ότι παρακολουθούσα πολλούς YouTubers που έμοιαζαν να είναι gay.

Επιχείρησε να με πνίξει επειδή παρακολουθούσα αυτούς τους ανθρώπους στο διαδίκτυο, αυτούς που είχαν μία «ομοφυλοφιλική» προφορά, αλλά και για το γεγονός ότι είχα ανακαλύψει πολλά πράγματα σχετικά με την οικογένεια της μητέρας μου.

Ανάγκασα τον πατέρα μου να καλέσει τη μητέρα μου και να πει ότι δεν ήθελα να ζήσω μαζί του πια. Είπα στον πατέρα μου, ότι θα πήγαινα στην αστυνομία και γι ‘αυτό κάλεσε τη μητέρα μου. Ο βιολογικός μου παππούς μου έβγαλε ένα εισιτήριο για να πετάξω από τη Βιρτζίνια, πίσω στο Όρεγκον για να μπορώ να ζήσω μαζί με τη μαμά μου.

Ένιωσα ένα είδος ελευθερίας.

Ήμουν πολύ ενθουσιασμένος, αλλά αγχωμένος, επειδή ο πατέρας μου δεν το είχε πάρει απόφαση. Συμφώνησε να με αφήσει να πάω, αλλά μία ημέρα πριν την πτήση μου είπε: «Σκέφτηκες πραγματικά ότι θα σε αφήσω να φύγεις;» 

Μου έκοψε τα φτερά, τελείως. Ήρθα σε επαφή με την αδελφή της μητέρας μου, τη θεία μου, που κάλεσε τον πατέρα μου να τον ικέτευσε για να τον πείσει. Τελικά είπε ναι και την επόμενη μέρα έφυγα.

Το μόνο μου πρόβλημα: Δεν ήθελα να αφήσω πίσω την μητριά μου, μαζί του. Αλλά μερικές φορές χρειάζεται μόνο να φροντίζεις τον εαυτό σου. Η μητριά μου έκλαιγε πολύ εκείνη την ημέρα, ήμουν ό,τι είχε.

Έφτασα στο Όρεγκον στο σπίτι της γιαγιάς μου, όπου ζούσα, όταν ήμουν μωρό. Σκέφτηκα ότι η ζωή μου τελικά θα γίνει καλύτερη και σίγουρα ήταν μια ευτυχισμένη περίοδος … μέχρι που η ψυχική ασθένεια της μητέρας μου επιδεινώθηκε.

Πολύ άσχημα.

Η μητέρα μου με κακοποιούσε συναισθηματικά και με κατηγορούσε για το ότι γεννήθηκα.

Συνεχίζαμε να συζητάμε με την υπόλοιπη οικογένεια, που ήξερε ότι ήταν σοβαρά ψυχικά άρρωστη κι ότι δεν μπορούσε να με φροντίσει, αλλά η δικαιολογία τους ήταν «Είναι η μητέρα σου» .

Τα πράγματα έγιναν τόσο άσχημα σε σημείο, που μια νύχτα εγώ ο ίδιος έβλαψα για πρώτη φορά τον εαυτό μου άσχημα.

Έκοψα ολόκληρο το χέρι μου και δεν θυμάμαι πολλά από εκείνη τη νύχτα. Πριν από αυτό, η μαμά μου πήγε στο DHS (Τμήμα Ανθρωπίνων Υπηρεσιών) για οικονομική στήριξη, επειδή δεν μπορούσε να βρει δουλειά, λόγω της ασθένειάς της και ζούσε από κοινωνικές παροχές.

Ανέφερε ότι με κακοποιεί. Το DHS μας είχε υπό έλεγχο, οπότε όταν αυτοτραυματίστηκα, η μαμά μου το ανακάλυψε και την επόμενη μέρα κάλεσε τις αρχές.

Ένα ασθενοφόρο ήρθε κι ένιωθα ντροπιασμένος. Τότε ανέλαβε επίσημα το DHS. Δοκίμασαν τα πάντα – κάθε είδους θεραπεία για να βοηθήσει τη σχέση μου με τη μαμά μου, αλλά απλά δεν ήθελε να προσπαθήσει τόσο όσο εγώ.

Η υπόλοιπη οικογένεια με κατηγορούσε και με πίεζε, για να αποσυρθεί ο έλεγχος από το DHS. Ανέφεραν σχεδόν όλα όσα έλεγα κι εγώ, προσθέτοντας ότι ήταν δικό μου λάθος.

Έπεσα σε κατάθλιψη κι εξακολουθώ να υποφέρω ως τώρα. Την τελευταία νύχτα που έμεινα με τη μητέρα μου, με κυνηγούσε με ένα μαχαίρι και δεν ήθελα να καλέσω την αστυνομία ή την θεραπεύτριά μου, λόγω της ενοχής μου για τη βιολογική μου οικογένεια.

Κάλεσα τη γιαγιά μου και είπε να το αγνοήσω και να πάω για ύπνο. Η κρίση της μαμάς μου γινόταν όλο και πιο έντονη, που τελικά με έκοψε τυχαία, ενώ κουνώντας το μαχαίρι γύρω γύρω.

Κάλεσα την θεραπεύτριά μου και της άφησα ένα μήνυμα. Οι αστυνομικοί ήρθαν κι έλεγξαν για δακτυλικά αποτυπώματα, που ταίριαζαν με το μαχαίρι, αλλά πανικοβλήθηκα, επειδή δεν ήθελα να την μπλέξω σε τρεχάματα, κι είπα ότι όλα ήταν μια χαρά κι οι αστυνομικοί έφυγαν.

Την επόμενη μέρα στο σχολείο, το DHS ήρθε και με πήρε, καθώς αποφάσισαν ότι δεν ήταν ασφαλές για μένα να ζήσω με τη μαμά μου. Ήμουν τόσο μπερδεμένος και δεν είχα απολύτως καμία ιδέα για το τι συνέβαινε. Έτσι, τοποθετήθηκα σε ένα σπίτι, που ήταν γνωστό ότι ήταν ένα εξαιρετικά ασφαλές περιβάλλον.

Δεν ήξερα αν ήταν προσωρινό, δεν ήξερα τίποτα.

Άρχισα να το συνηθίσω και μοιραζόμουν ένα δωμάτιο με τον αδερφό μου, με τον οποίο νόμιζα ότι είχα δημιουργήσει έναν δεσμό. Μια νύχτα όμως, προσπάθησε να με βιάσει. Με πίεσε να του κάνω στοματικό, αλλά εγώ δεν ήθελα.

Ήμουν 13 κι ήταν 14 ετών, αλλά ήταν πολύ πιο δυνατός από μένα και με άρχισε να με πνίγει. Όταν βρήκα ευκαιρία, τον έσπρωξα κι έφυγα από το δωμάτιο και πήγα στους αναδόχους μου.

Δεν τους είπα τίποτα, γιατί φοβόμουν τόσο. Ένιωσα σα να ήταν δικό μου λάθος, γιατί εγώ ήθελα να κοιμηθούμε με την πόρτα κλειστή, αλλά εκείνος το εκμεταλλεύτηκε. Μου είπε ότι θα έμεναστο οικοτροφείο για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα, αν έλεγα σε κάποιον για το περιστατικό και τον πίστεψα.

Μισούσα το οικοτροφείο κι απλά ήθελα να είμαι έξω από εκεί.

Ήθελα απλώς να είμαι με τους παππούδες μου. Οι παππούδες μου με αγάπησαν και πολέμησαν για μένα, επειδή δεν ήθελαν να μένω με κάποιους τυχαίους ανθρώπους. Έτσι, εγκρίθηκαν για την ανατροφή μου πιο γρήγορα από ό, τι αναμενόταν και με πήραν την γιορτή των ευχαριστιών του 2014 στο σπίτι.

Για άλλη μια φορά, ένιωσα ελεύθερος και ήμουν προσωρινά ευτυχισμένος. Αυτό κράτησε μέχρι που ανακάλυψα επίσημα ότι ήμουν gay. Τότε ξεκίνησα να κατηγορώ τον εαυτό μου. Σκέφτηκα ότι το περιστατικό στο σπίτι της ανάδοχης οικογένειας, ήταν δικό μου λάθος και ίσως συνέβη για κάποιο λόγο, που με έκανε να συνειδητοποιήσω ότι ήμουν gay.

Ζούσα με ταπείνωση σε καθημερινή βάση.

Το να κάνω coming out δεν ήταν επίσης επιλογή, καθώς όλη μου η οικογένεια ήταν αυστηρά μουσουλμάνοι κι ήξερα ότι θα με απέρριπταν.

Το DHS εξακολουθούσε να εμπλέκεται και προσπάθησε να βοηθήσει τη σχέση μου με τη μαμά μου, αλλά συνέχισε να αποτυγχάνει. Ήταν ακόμα το σύστημα υποστήριξής μου και πάντα έλεγα τα πάντα στην κοινωνική λειτουργό.

Προσπάθησα να αφήσω υπαινιγμούς στην οικογένειά μου, ότι ήμουν gay και συνέχισαν να πέφτουν υπαινιγμοί, ότι δεν το εγκρίνουν. Δεν μου επιτρεπόταν να φορώ ούτε κολιέ χωρίς να μου φωνάξουν.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, δέθηκα με τη θεία μου (είναι η ίδια θεία που έπεισε τον πατέρα μου) αλλά με χειραγωγούσε και με έκανε να νιώθω ένοχος για τα πάντα. Μια μέρα στην παραλία, την εμπιστεύτηκα και της έκανα coming out.

Το πρόσωπό της χαμήλωσε και με «δέχτηκε». Αλλά άρχισε να λέει πράγματα όπως: «Ίσως είναι μια φάση – είχα πολλούς φίλους που βίωσαν μία bi φάση» ή «απλά σκέψου ότι τα αγόρια είναι κορίτσια και θα γίνεις straight αυτόματα» .

Σταμάτησα να την εμπιστεύομαι.

Συνέχισα να μιλάω με την κοινωνική λειτουργό μου και συνάντησα έναν άντρα που ονομαζόταν Jefferson που εργαζόταν για μια μη κερδοσκοπική LGBTI οργάνωση.

Θα με επισκεπτόταν κάθε εβδομάδα στο σχολείο μου για να βεβαιώνεται ότι ήμουν εντάξει. Η κοινωνική λειτουργός μου τον ρώτησε αν ξέρει κάποιον που θα μπορούσε να με αναλάβει. Ήθελε να βρει ένα πραγματικά ασφαλές περιβάλλον, καθώς αγωνιζόταν να μου βρει.

Της είπε ότι δύο φίλοι του μόλις παντρεύτηκαν και θα τους μιλήσει.

Μια μέρα η κοινωνική λειτουργός μου λέει: «Μην κανονίσεις τίποτε για αύριο – έρχομαι» . Δε σκέφτηκα τίποτα γι ‘αυτό, γιατί ερχόταν να με δει όλη την ώρα.

Τότε μου ζήτησε να μαζέψω λίγα πράγματα, γιατί θα βγούμε. Στο μισό της διαδρομής, μου είπε ότι θα με άφηνε στο σπίτι των μπαμπάδων μου Josh και Adam.

Η οικογένειά μου ανησυχούσε, γιατί δεν επέστρεψα ποτέ κι η κοινωνική λειτουργός τους εξήγησε την κατάσταση. Η οικογένειά μου σκέφτηκε ότι το είχα σχεδιάσει όλο αυτό το πράγμα και αισθάνθηκαν προδομένοι, αλλά δεν είχα ιδέα.

Κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου, η θεία μου μου έκανε outing σε όλη την οικογένεια.

Την επόμενη μέρα επέστρεψα στο σπίτι της βιολογικής μου οικογένειας για να πάρω όλα τα πράγματα μου. Δεν επέτρεψαν στον μπαμπά Josh να μπει στο σπίτι, επειδή ήταν gay. Όλοι είχαν σταθεί γύρω μου και μου φώναζαν, λέγοντας μου πολύ πονετικά πράγματα.

Αυτή η νύχτα ήταν απολύτως τρομακτική.

Αλλά τώρα είχα δύο gay μπαμπάδες. Υποτίθεται ότι θα ήμουν μαζί τους προσωρινά, αλλά από το 1ο λεπτό που μπήκα στο σπίτι τους, ένιωσα σαν να έπρεπε να είμαι εκεί όλη μου τη ζωή. Το ίδιο ένιωσαν κι εκείνοι.

Άρχισα να βιώνω συναισθήματα που δεν είχα ποτέ πριν, όπως την άνευ όρων αγάπη και την αίσθηση της οικογένειας.

Οι gay μπαμπάδες μου ήταν ένα από τα καλύτερα πράγματα που μου συνέβη ποτέ. Με έκανε να συνειδητοποιήσω πόσο σημαντική είναι η οικογένεια όταν δεν είναι καταχρηστική.

Έμαθα επίσης ότι η οικογένεια δεν είναι πάντα εξ αίματος. Οι μπαμπάδες μου κι εγώ διαφωνούμε μερικές φορές, όπως οποιαδήποτε άλλη οικογένεια, αλλά ένα πράγμα που έχει σημασία είναι το πόσο υγιής είναι η δύναμη της επικοινωνίας στη σχέση μας.

Η οικογένεια Blaylock είναι γνωστή για την επικοινωνία, τη συγχώρεση και το ότι προχωρά παρακάτω. Η οικογένεια είναι για πάντα.

Η βιολογική μου οικογένεια αγαπάει το δράμα, ποτέ δεν μιλησαμε για τίποτα και νοιαζόταν μόνο για την εικόνα της. Η βιολογική μου γιαγιά δεν έχει πει ποτέ σε κανέναν ότι είμαι σε ανάδοχη οικογένεια, γιατί οι άνθρωποι θα κάνουν ερωτήσεις και θα καταστρέψουν τη φήμη της.

Μετά από πολύ μακρύ αγώνα στο δικαστήριο για περίπου πέντε χρόνια τελικά τεκνοθετήθηκα. Είμαι πλέον σε θέση να κάνω ό, τι ήθελα πάντα, ότι ήταν ταμπού στη βιολογική οικογένεια μου.

Είμαι υπερήφανος και ανοιχτά gay. Μου αρέσει επίσης το μακιγιάζ και το drag.

Είμαι ο εαυτός μου καθημερινά.

Την ημέρα της επίσημης τεκνοθεσίας μου, υπήρχαν πολλά δάκρυα και χαρά παντού. Ολόκληρη η οικογένεια Blaylock ήρθε και το δικαστήριο ήταν γεμάτο.

Ακόμη υποφέρω από PTSD, κατάθλιψη και άγχος. Η καθημερινότητα είναι μια μάχη και η διατήρηση των σχέσεων μου είναι δύσκολη. Σκέφτομαι υπερβολικά για τα πράγματα και γίνομαι παρανοϊκός.

Αυτό που με έσωσε είναι βέβαια οι μπαμπάδες μου. Ο καθένας μπορεί να σώσει κάποιον με τη δύναμη της αγάπης.

Ήμουν τυχερός, που είχα μια μεγάλη ομάδα ανθρώπων, όπως η αγαπημένη μου κοινωνική λειτουργός, η οποία διασφάλισε να πάρω αυτό που ήθελα.

Για μένα το προνοιακό σύστημα δε νοιάζεται πραγματικά για τα παιδιά και τα αντιμετωπίζει απλώς σαν ένα παιχνίδι, τα αρπάζει από τα σπίτια τους μόνο και μόνο για να τα βάλει σε περισσότερο κακοποιητικά σπίτια. Γνωρίζω τόσα πολλά παιδιά που δεν έχουν ιστορίες επιτυχίας, όπως η δική μου.

Χωρίς αγάπη, αυτά τα παιδιά καταλήγουν στα ναρκωτικά και στο να έχουν μπλεξίματα με το νόμο.

Δεν βλέπω τη ζωή μου ως καταθλιπτική ιστορία, την βλέπω σαν μια εμπνευσμένη ιστορία. Λόγω των εμπειριών μου, είμαι πολύ παθιασμένος με το να αλλάξει το σύστημα.

Είμαι επίσης ακτιβιστής των ανθρωπίνων δικαιωμάτων. Όλα αυτά μου έδωσαν ενσυναίσθηση για τους ανθρώπους. Ως κάποιος, που στάθηκε τυχερός, είναι καθήκον μου, να σταθώ σε όλα αυτά τα παιδιά.

Είμαι ένας από τους πιο ευτυχισμένους ανθρώπους, αλλά αυτό είναι επίσης έτσι, επειδή δεν το έβαλα κάτω.

Στο μέλλον, θέλω να κάνω όσες αλλαγές μπορώ και θέλω να μοιραστώ την ιστορία μου.

Το παρελθόν μου μου έδωσε το μεγαλύτερο δώρο της ζωής μου – την ενσυναίσθηση για τους άλλους. Παρόλο που αγωνίζομαι με την ψυχική μου υγεία, δουλεύω σκληρά και είμαι ενθουσιασμένος, που βλέπω τι επιφυλάσσει το μέλλον για μένα.