Τι αποκαλύπτουν τα στοιχεία για την Ελλάδα σχετικά με τον ιό του HIV και πώς ερμηνεύεται η ενθαρρυντική τάση που προκύπτει;

Σύμφωνα με τα στοιχεία που δίνει το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ στο Ευρωπαϊκό Κέντρο Ελέγχου και Πρόληψης Νοσημάτων (ECDC), στην Ελλάδα, από το σύνολο των ανθρώπων που ζουν με HIV, έχει διαγνωστεί το 78%, έχει ξεκινήσει θεραπεία το 52% κι έχει επιτύχει μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο μόλις το 39%.

Πηγή: ECDC. Thematic report: HIV continuum of care. Monitoring implementation of the Dublin Declaration on Partnership to Fight HIV/AIDS in Europe and Central Asia: 2017 progress report. Stockholm: ECDC; 2017.

Αντίστοιχα, στην Ευρώπη έχει διαγνωστεί το 83%, λαμβάνει φάρμακα το 70% και πάνω από 6 στα 10 άτομα έχουν μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο.

Μέχρι και την 31η Οκτωβρίου του 2017 στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ έχουν καταγραφεί 16.527 περιστατικά (82,75% άνδρες). Από το σύνολο των ατόμων αυτών, 4.083 έχουν εμφανίσει AIDS και περίπου 9.500 βρίσκονται σε αντιρετροϊκή αγωγή. Ο συνολικός αριθμός θανάτων ανέρχεται στους 2.746.

Μείωση στις νέες διαγνώσεις

Οι νέες διαγνώσεις HIV ανά 100.000 πληθυσμού, για το 1ο δεκάμηνο του 2017 εμφανίζονται μειωμένες συγκριτικά με τα προηγούμενα χρόνια. Διαγνώστηκαν και δηλώθηκαν στο ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ 492 περιστατικά, εκ των οποίων το 81,91% αφορούσαν σε άνδρες, το 17.68% σε γυναίκες και το 0.41% σε διεμφυλικά άτομα.

Από το ποσοστό των ανδρών το 45,93% των νέων HIV διαγνώσεων αφορούσε σε άνδρες που έχουν σεξουαλικές επαφές με άνδρες.

Από την ανάλυση των νέων διαγνώσεων των τελευταίων 8 ετών κατά ηλικιακή ομάδα, φαίνεται ότι η τάση είναι πτωτική για την ηλικιακή ομάδα των 19-29 ετών.

Εντός του 2017 (μέχρι και τις 31 Οκτωβρίου) δεν δηλώθηκε κανένα περιστατικό κάθετης μετάδοσης του ιού.

Επομένως, στην Ελλάδα, παρατηρείται μείωση των νέων περιστατικών, επιστρέφοντας στα επίπεδα πριν το 2010. Οι περισσότερες μεταδόσεις του ιού αποδίδονται στην απροφύλακτη σεξουαλική επαφή, κυρίως σε αυτή μεταξύ των ανδρών. Τα παραπάνω στοιχεία αποτελούν μία ενθαρρυντική ένδειξη για το ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, αν και ο Σύλλογος Οροθετικών Ελλάδος, «Θετική Φωνή» επισημαίνει ότι μπορεί και να μην είναι έτσι:

«Η ερμηνεία της μείωσης των νέων διαγνώσεων τα τελευταία χρόνια δεν είναι απαραίτητα ενθαρρυντική, καθώς το στοιχείο αυτό μπορεί να αντικατοπτρίζει τις δυσκολίες πρόσβασης σε δωρεάν και ανώνυμη εξέταση σε ένα φιλικό περιβάλλον, που αποτελεί προϋπόθεση για τη μείωση του αριθμού των αδιάγνωστων οροθετικών ατόμων και των καθυστερημένων διαγνώσεων.»


Μία πρόσφατη ευρωπαϊκή μελέτη

Σε πρόσφατο συνέδριο παρουσιάστηκε μελέτη, που διεξήχθη σε 5 ευρωπαϊκές χώρες και διαπίστωσε ότι το 54% των οροθετικών θεωρεί τον HIV εμπόδιο στην ερωτική του ζωή και το 87% δηλώνει ότι φοβάται το ενδεχόμενο να μεταδώσει τον ιό σε άλλους ανθρώπους.

Το συμπέρασμα αυτά έγκειται στο γεγονός ότι λιγότερο από τα 2/3 των οροθετικών που συμμετείχαν στην έρευνα λάμβαναν αντιρετροϊκή αγωγή και λιγότεροι από τους μισούς είχαν μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο, που καθιστά τα άτομα μη μεταδοτικά.

Εντύπωση πάντως προκαλούν τα αποτελέσματα της έρευνας αναφορικά με το επίπεδο γνώσης των οροθετικών ατόμων για το τι σημαίνει «μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο» , καθώς το 38% όσων είχαν μη ανιχνεύσιμα επίπεδα του ιού στο αίμα, εξακολουθεί να ανησυχεί μήπως μεταδώσει τον ιό σε άλλο άτομο. Επίσης, σχεδόν το 50% θεωρεί τον HIV εμπόδιο στην αναπαραγωγή.


Η σημασία της πρόληψης

Σύμφωνα με τα επιδημιολογικά στοιχεία του ΚΕ.ΕΛ.Π.ΝΟ, τις δύο προηγούμενες χρονιές (2015-2016), καθώς και το 2017, στα Κέντρα Πρόληψης και Εξέτασης «Checkpoint» καταγράφηκε πάνω από το 30% των νέων διαγνώσεων HIV στη χώρα. Το ποσοστό επιτυχούς διασύνδεσης των ατόμων με αντιδρών αποτέλεσμα με το εθνικό σύστημα υγείας ξεπερνά το 95%.

Τα «Checkpoint» λειτουργούν από τη «Θετική Φωνή» και το AHF Europe, σε συνεργασία με το Σύλλογο Ασθενών Ήπατος Ελλάδας «Προμηθέας» .

Βέβαια, οι συνεχώς αυξανόμενες ανάγκες που καλούνται να καλύψουν τα «Checkpoint» σε ολόκληρη την Ελλάδα απαιτούν τη υποστήριξη και από την πλευρά της πολιτείας.


Κεντρικός σχεδιασμός

Το Υπουργείο Υγείας έχει ήδη εξαγγείλει την κατάρτιση ενός εθνικού στρατηγικού σχεδίου για την αντιμετώπιση του HIV στην Ελλάδα, με τη συμμετοχή των εμπλεκόμενων φορέων, των γιατρών, των ακαδημαϊκών και της ίδιας της κοινότητας των ανθρώπων που ζουν με τον ιό.

Με τον τρόπο αυτό η εθνική προσπάθεια θα αποκτήσει κεντρικό συντονισμό, χρονοδιάγραμμα, προϋπολογισμό και παρακολούθηση των στόχων. Μόνο έτσι η Ελλάδα μπορεί να επιτύχει την επίτευξη του στόχου 90-90-90 του UNAIDS μέχρι το 2020.

Ο στόχος αυτός συνίσταται στη διάγνωση του 90% των ατόμων που ζουν με HIV, το 90% αυτών να υποβάλλεται σε θεραπεία και το 90% αυτών να εμφανίζει μη ανιχνεύσιμο ιικό φορτίο.