Ακτιβισμός σημαίνει δράση. Είναι δράση που στοχεύει στην κοινωνική αλλαγή, στη βελτίωση της θέσης μιας ομάδας που καταπιέζεται, στην αποδοχή του διαφορετικού. Έχει στόχο την αλλαγή νοοτροπίας των ανθρώπων και ανταποκρίνεται σε μια ανάγκη της κοινωνίας που βρίσκεται ή θέλεις να φέρεις στο προσκήνιο. Για μένα, ακτιβισμός σημαίνει να προσπαθείς να δημιουργήσεις τον κόσμο στον οποίο ονειρεύεσαι να ζεις και ταυτόχρονα να γίνεσαι το παράδειγμα ανθρώπου που κατοικεί σ’ αυτόν τον κόσμο. Άλλωστε, η κοινωνία, που ορίζει τι είναι αποδεκτό και τι όχι, είμαστε εμείς και οι ακτιβιστές/τριες είναι εκείνοι/ες που την αλλάζουν (ή προσπαθούν να την αλλάξουν), χωρίς να παύουν όμως ποτέ να είναι μέρος της.

Για μένα δεν έχει νόημα να προσπαθείς να αλλάξεις τα δεδομένα μιας κοινωνίας της οποίας δεν είσαι μέλος. Ο ακτιβισμός δεν είναι φιλανθρωπία – δε βοηθάς μόνο άτομα σε χειρότερη μοίρα από εσένα, δεν το κάνεις από λύπηση, ούτε επειδή το επιβάλει το κοινωνικό σου status. Ασχολείσαι με τον ακτιβισμό και για τον εαυτό σου, καθώς κι εσύ επηρεάζεσαι από μια καταπιεστική κοινωνία, συμμετέχεις σε αυτή και συμπάσχεις με άλλα άτομα. Η έννοια της συμμετοχής και της ομαδικότητας είναι πολύ σημαντική για εμένα ως ακτιβίστρια και πιστεύω ότι είναι απαραίτητη αν θέλουμε οι πράξεις μας να έχουν αποτέλεσμα σε βάθος χρόνου.

Αυτό άλλωστε είναι ένα από τα πράγματα που αγαπώ όσον αφορά τον ακτιβισμό. Μέσα από αυτόν βρίσκουμε μια ομάδα που μας αποδέχεται και αποκτούμε κοινούς στόχους για τους οποίους δουλεύουμε μαζί. Γνωρίζουμε άτομα από διάφορα περιβάλλοντα, από διαφορετικές περιοχές και χώρες, διευρύνουμε τους ορίζοντές μας και επικοινωνούμε. Οι ΛΟΑΤΚΙ+ οργανώσεις προσπαθούν άλλωστε να είναι όσο το δυνατόν συμπεριληπτικές και οφείλουμε να τους το αναγνωρίσουμε αυτό.

Βέβαια, πολλά από εμάς αφού αρχίσουμε να ασχολούμαστε με τον ακτιβισμό, θέλουμε να εμπλακούμε όλο και περισσότερο και να συμμετέχουμε σε πρωτοβουλίες και δράσεις. Με αποτέλεσμα όσο περισσότερο ασχολούμαστε, τόσο περισσότερο να μας “ρουφάει”. Καταλήγουμε να αναλαμβάνουμε περισσότερα από όσα αντέχουμε και τελικά να… “καιγόμαστε” – το λεγόμενο σύνδρομο burn – out. Το βλέπω πολύ συχνά σε νέα άτομα που έχουν πραγματική αγάπη γι’ αυτό που κάνουν. Αυτά τα παιδιά έχουν καταφέρει να εμπνεύσουν πολύ περισσότερα άτομα από όσα φαντάζονται, πόσο όμως να αντέξει ένα άτομο που αναλαμβάνει τόσα πολλά σε ελάχιστο χρόνο; Μας αξίζει να έχουμε κουραστεί στα 20κάτι και ενώ έχουμε καταφέρει τόσα να αισθανόμαστε σαν να μην κάναμε τίποτα;

Παρόλα αυτά, βλέπω να καλλιεργείται σιγά σιγά μια κουλτούρα φροντίδας των ατόμων προς τα ίδια και τα υπόλοιπα μέλη της κοινότητας. Η κοινότητα αγκαλιάζει τα μέλη της όταν το χρειάζονται και προσφέρει βοήθεια, συμβουλές, τα ενθαρρύνει να προσέχουν τη σωματική και ψυχική τους υγεία.

Φυσικά, υπάρχουν και τα αρνητικά του ακτιβισμού, αυτά που πιστεύω ότι αξίζει να προσέξουμε και να διορθώσουμε στο βαθμό που μπορούμε. Κατ’ αρχάς, είναι γεγονός ότι η πρόσβαση στον ακτιβισμό δεν είναι το ίδιο εύκολη για όλους, αλλά υπάρχει σαφές πλεονέκτημα σε άτομα που προέρχονται από τα ισχυρότερα οικονομικά στρώματα. Η οικονομική ευχέρεια προσφέρει προνόμια, όπως το να μην συμβιβάζεσαι με ένα εχθρικό εργασιακό περιβάλλον προκειμένου να έχεις δουλειά και να επιβιώσεις. Προσφέρει αρκετό ελεύθερο χρόνο στο άτομο να ασχοληθεί περισσότερο με τα ζητήματα της ΛΟΑΤΚΙ+ κοινότητας. Είναι ένας από τους παράγοντες που ορίζει, τελικά, ποιος διεκδικεί περισσότερη ορατότητα και δημόσιο χώρο, και δε δίνει την ίδια δυνατότητα σε άτομα από όλα τα κοινωνικά στρώματα να εκφράσουν τα βιώματα και τις ανάγκες τους.

Κάτι ακόμα που αξίζει να παρατηρήσουμε είναι η απομάκρυνση των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων από άτομα που δεν ανήκουν στην ίδια ομάδα. Ο φόβος της τριβής με την κοινωνία που καταπιέζει το άτομο οδηγεί στην απομόνωση και χάνεται μεγάλο κομμάτι της ορατότητας και της αποδοχής της ίδιας της κοινότητας. Είναι πράγματι πολύ δελεαστικό (και ανακουφιστικό ίσως) να μη χρειάζεται να εξηγείς τα πάντα κάθε φορά, όπως και να έχεις απέναντί σου μόνο άτομα με παρόμοιες εμπειρίες, που καταλαβαίνουν και σέβονται την ταυτότητά σου εξ αρχής. Νομίζω όμως ότι χρειάζεται μια επαφή και με τον “έξω κόσμο”, έστω σαν υπενθύμιση για το δρόμο που έχουμε ακόμη να διανύσουμε.

Συνηθίζουμε, λοιπόν, αρκετά συχνά να συζητάμε εμείς, για εμάς, μεταξύ μας, τόσο πολύ που χάνουμε τη σημασία του να βγούμε από το comfort zone μας, τη ζώνη ασφαλείας μας, και να μιλήσουμε σε πιο ανοιχτούς χώρους για εμάς μεν, αλλά σε άλλους. Ας μην ξεχνάμε ότι οι ακτιβιστές/ακτιβίστριες συνδέουν δύο κόσμους: την ομάδα που εκπροσωπούν και υποστηρίζουν με το ευρύτερο κοινωνικό σύνολο. Είναι η γέφυρα μεταξύ των δύο κόσμων που προσπαθούν ουσιαστικά να ενώσουν. Όσο πιο κοντά έρχονται οι δύο κόσμοι, τόσο περισσότερο μικραίνει η απόσταση μεταξύ τους, τόσο συρρικνώνεται η γέφυρα. Στόχος της ακτιβίστριας/του ακτιβιστή είναι να έχει ενώσει τους δύο κόσμους, ώστε να μην είναι πια απαραίτητη η γέφυρα.

Χαρά Νικολάου, μέλος Colour Yοuth, Κοινότητα Lgbtq Νέων Αθήνας

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ