Πώς φανταζόμασταν τη ζωή μας ως γκέι όταν θα μεγαλώναμε, όταν ήμασταν έφηβοι;

«Στο περιθώριο, πολύ μόνος». «Δεν υπήρχε περίπτωση να ζούσα γκέι ζωή. Θα το κρατούσα κρυφό». «Πολλή μοναξιά, μάλλον θα έκανα εικονικό γάμο, για να μη μάθουν για μένα». «Θα καταλήξω πορνόγερος». «Αρρώστιες. Σίγουρα αυτό περίμενα». «Δεν περίμενα τίποτα απολύτως, ένα κενό». «Θα έκανα σχέσεις, αλλά δεν θα κράταγαν. Στο τέλος θα κατέληγα μόνος». «Θα πρέπει να πληρώνω για να πηγαίνει κάποιος μαζί μου». Αυτά και πολλά άλλα παρόμοια απαντούν οι περισσότεροι γκέι άντρες που ρωτάω στις ομάδες αυτογνωσίας για γκέι άντρες που κάνω, αλλά και φίλοι και γνωστοί. Ακόμα και πιο νέα παιδιά, στα 20-30, όταν άρχισαν να ψυχανεμίζονται ότι τους αρέσει το ίδιο φύλο περίμεναν μια κακή ζωή όταν μεγάλωναν – είτε τελείως κρυφή είτε μια ζωή στο περιθώριο, κοινωνικά αποκομμένοι. Θαρρείς και η μοναξιά, οι αρρώστιες και η περιθωριοποίηση είναι αναπόφευκτο πεπρωμένο των γκέι, μια κατάρα που μας ρίχνει μια κακιά νεράιδα μόλις γεννιόμαστε κι από την οποία δεν μπορούμε να ξεφύγουμε. Εννοείται πως βγάζει νόημα το να έχουμε τέτοιες άθλιες προσδοκίες για το μέλλον μας. Μέχρι πολύ πρόσφατα, οι μόνες εικόνες γκέι αντρών που είχαμε εντάσσονταν όλες μα όλες σε δύο κατηγορίες: από τη μία ο χαρωπός, αστείος, πεταχτούλης, θηλυπρεπής γκέι κλόουν που έχει φίλους αλλά είναι παντελώς ανέραστος, και από την άλλη ο γκέι που κάνει μεν σεξ, αλλά είναι έκφυλος, ψυχοπαθής, δολοφόνος ή έστω εκμαυλιστής, τελείως μοναχικός, σχεδόν πάντα κρυφός, απόλυτα δυστυχισμένος και με μόνο μία αναπόδραστη κατάληξη: ένα φριχτό, εξευτελιστικό τέλος. Με τέτοια άθλια πρότυπα, πώς να οραματιζόμαστε ένα φωτεινό μέλλον; Γι’ αυτό και πάρα πολλοί από μας δεν είχαμε θέμα με την ομοφυλοφιλία αυτή καθαυτή, αλλά με την απαίσια ζωή που προδιαγραφόταν μπροστά μας. Και τι κάναμε για να το αντέξουμε; Ο καθένας μας βρήκε διαφορετικό μηχανισμό για να επιβιώσει (όσοι δεν βρήκαν, κυριολεκτικά δεν επιβίωσαν – αυτοκτόνησαν ή αυτοκαταστράφηκαν με διάφορους τρόπους). Κάποιοι πειστήκαμε ότι αφού αυτή είναι η μοίρα μας, τουλάχιστον ας την απολαύσουμε: ό,τι φάμε, ό,τι πιούμε κι ό,τι αρπάξει ο κώλος μας. Μόνο σεξ στα όρθια, καμία προσπάθεια να συνδεθούμε συναισθηματικά με άλλους άντρες (αφού δεν γίνεται! αν γινόταν, θα το είχαμε δει!). Άλλοι, πάλι, το κρύψαμε· το κρύψαμε ακόμα και από τον εαυτό μας, βάζοντας την ερωτική μας ζωή στη βαθιά κατάψυξη. Κάποιοι άλλοι το κρύψαμε από τον περίγυρό μας· ζούσαμε την ομοφυλοφιλία μας μόνο στα κρυφά, ενοχικά, ενώ παράλληλα παρουσιάζαμε μια στρέιτ ζωή – τα φτιάξαμε με γυναίκες, παντρευτήκαμε ή το παίζαμε εργένηδες από θέση. Υπάρχει και ένας άλλος μηχανισμός επιβίωσης, που δεν είναι τόσο προφανής. Κάποιοι ναι μεν αποδεχτήκαμε ότι είμαστε γκέι, αλλά τι γκέι; Από τους «φυσιολογικούς» γκέι, τους σοβαρούς, όχι τους εξαθλιωμένους, που παίρνονται σαν τα ζώα στα πάρκα, δεν κάνουν σχέσεις, τους ενδιαφέρει μόνο το σεξ. Μας ήταν απολύτως αναγκαίο για τη συναισθηματική μας επιβίωση να διαχωρίσουμε τη θέση μας από αυτούς τους «ηθικά ξεπεσμένους». Οι περισσότεροι, βέβαια, δεν τους αποκαλούμε έτσι. Τους αναγνωρίζουμε το δικαίωμα να κάνουν ό,τι θέλουν αυτοί, εμείς όμως δεν μπορούμε να κάνουμε σεξ «σαν τα ζώα». Κι έτσι στα τσατ και τα μέσα δικτύωσης αποζητάμε «έναν σοβαρό άνθρωπο», «να γνωριστούμε φυσιολογικά» και, κυρίως, «μια μονογαμική σχέση» – όχι επειδή θέλουμε απαραίτητα τη μονογαμία, αλλά επειδή αν η σχέση δεν είναι μονογαμική, κινδυνεύουμε να γίνουμε σαν τους άλλους, τους ξεπεσμένους γκέι.

Εξιδανικεύουμε τον τρόπο που γνωρίζονται οι στρέιτ και τον θεωρούμε φυσιολογικό, ενώ τους γκέι τρόπους γνωριμιών τους θεωρούμε ξεπεσμένους, αφύσικους. Όλοι οι τρόποι γνωριμίας είναι φυσιολογικοί: στο νυφοπάζαρο του χωριού, στα οικογενειακά γλέντια, με προξενιό, μέσω τσατ, μέσω γνωστών, στον δρόμο. Κάθε εποχή και κάθε κουλτούρα θεσπίζει «σωστούς» και λιγότερο «σωστούς» τρόπους γνωριμίας, αλλά όλοι είναι εξίσου φυσιολογικοί (ή αφύσικοι), γιατί όλοι είναι κοινωνικές κατασκευές. Υπάρχουν σοβαροί λόγοι που οι γκέι άντρες κάνουμε σεξ ευθύς εξαρχής ενώ οι (περισσότεροι) στρέιτ δεν μπορούν να το κάνουν, ακόμα και όταν θέλουν. Οι σεξουαλικές γνωριμίες μεταξύ αντρών είναι πιο ισότιμες – κανείς δεν κινδυνεύει, κανείς δεν χάνει – σε αντίθεση με τους στρέιτ. Αντί να χαιρόμαστε αυτό το προνόμιο, ωστόσο, αποφεύγουμε τους δηλωμένα γκέι χώρους επειδή νιώθουμε κάτι σαν ντροπή όταν βρισκόμαστε εκεί, σαν να είναι κακό ή χαμηλού επιπέδου να πηγαίνουμε σε τέτοια μέρη. Σαν να είμαστε καλύτεροι άνθρωποι αν γνωριζόμαστε ή διασκεδάζουμε σε «φυσιολογικά» μέρη, που πάνε «κανονικοί» άνθρωποι. Πολλοί γκέι νιώθουμε ότι κερδίζουμε κοινωνικούς πόντους αν δεν είμαστε σαν τους «άλλους» γκέι, τους «γκετοποιημένους». Κι έτσι προσπαθούμε να αποστασιοποιηθούμε από αυτή την κακιά ταμπέλα – διαλαλούμε ότι είμαστε «εκτός κυκλωμάτων», «εκτός χώρου». Ρωτάς ένα γκέι ζευγάρι πού γνωρίστηκαν και αν έχουν γνωριστεί σε συναυλία ή μέσω φίλων καμαρώνουν σαν γύφτικα σκεπάρνια. Αν γνωρίστηκαν σε γκέι μπαρ ή σάουνα συχνά το κρύβουν. Μεγαλώσαμε νιώθοντας μια ενδόμυχη ντροπή όποτε πηγαίνουμε σε δικούς μας χώρους, σαν να έπρεπε να είμαστε καλύτεροι απ’ αυτό. Υπεράνω. Υπεράνω ποιανού; Του εαυτού μας;

Λύο Καλοβυρνάς


Φιλοξενήθηκε στο τεύχος 72 του Αntivirus Magazine

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ