Η ταινία Κουκουβάγιες, σε σκηνοθεσία Ναταλίας Μπουγαδέλη, πραγματεύεται την ελληνική πραγματικότητα με έναν τρόπο που θα περιέγραφε κανείς ως “γροθιά στο στομάχι”. Συναντήσαμε την σκηνοθέτιδα Ναταλία Μπουγαδέλη και τον ηθοποιό Γιάννη Κοκιασμένο για να μας πουν περισσότερα.

Πώς αποφάσισες να σκηνοθετήσεις τις Κουκουβάγιες;

Ναταλία: Μία μέρα βρήκα έναν πίνακα ζωγραφικής που έδειχνε το κέντρο της Αθήνας. Στον πίνακα ήταν ένας άντρας με λευκό πουκάμισο ο οποίος είχε ανοιχτά τα χέρια και χόρευε. Όλα ξεκίνησαν από την ανεμελιά αυτού του άντρα, και άρχισα να σκέφτομαι τι μπορεί να έκανε αυτός ο άνθρωπος στο σπίτι του. Με ενδιέφεραν ταινίες που ασχολούνται με τον ανδρισμό, τα θέματα του φύλου, της LGBTQ κοινότητας, αλλά και της ελληνικής πραγματικότητας. Προσπάθησα συνδυάσω τα δικά μου ερεθίσματα με μια ιστορία που πίστευα πως άξιζε να ειπωθεί.

Δεξιά: Ναταλία Μπουγαδέλη

Πώς γνωριστήκατε;

Γιάννης: Ήμουν σε διακοπές και έλαβα ένα τηλεφώνημα από τη Δέσποινα Μουζάκη [παραγωγός ταινιών] και μου είπε πως μία φίλη της ετοιμάζει μία ταινία και μου πρότεινε να παίξω. Έτσι ήρθαμε σε επαφή.

Όταν ξεκινήσατε, περιμένατε να έχει τόση επιτυχία;

Ν: Όχι, γιατί όταν την έκανα ήμουν 18 χρονών. Ήταν η πρώτη μου ταινία. Εντάξει, φανταζόμουν ότι θα πήγαινε σε κάποια φεστιβάλ, όταν κάνεις μια ταινία δεν σκέφτεσαι ότι θα κάθεσαι σπίτι σου και θα την κοιτάς. Αλλά ότι θα πάει σε τόσες χώρες, σε τόσα φεστιβάλ, και θα πάρει και κάποια βραβεία δεν το περίμενα. Ευτυχώς, τα έκανε αυτά.

Αν έπρεπε να δώσετε μία δική σας περίληψη του σεναρίου, τι θα λέγατε;

Ν: Είναι μια ιστορία μίας οικογένειας που προσπαθεί. Μία οικογένεια και η δυναμική αυτής, στην οποία ο καθένας με τον τρόπο του προσπαθεί είτε να επιβιώσει, είτε να φέρει φαγητό στο τραπέζι, είτε να βρει τον εαυτό του.

Γ: Το ζήτημα που πραγματεύεται η ταινία είναι πάρα πολύ μεγάλο. Αυτή τη στιγμή στην Ελλάδα, ακριβώς και λόγω της κρίσης, παρατηρούμε μία άνοδο του φασισμού γενικότερα. Σε έναν παραλληλισμό ανάμεσα στις Κουκουβάγιες και τη Στρέλλα, θα έλεγα ότι βλέπουμε δύο οικογένειες λούμπεν προλεταριάτου και το πώς η μία οδηγείται σε κάτι φιλελεύθερο ενώ η άλλη σε κάτι ναζιστικό. Είναι ένα τεράστιο θέμα το πώς οι άνθρωποι κατώτερων κοινωνικά τάξεων, αλλά και το “περιθώριο”, μπορούν σπανιότερα να πάνε προς τα αριστερά και σχεδόν νομοτελειακά να οδηγηθούν στο ναζισμό. Είναι αυτό που έγινε μετά τη Βαϊμάρη με τον Χίτλερ. Ο πατέρας της οικογένειας στις Κουκουβάγιες, που σε μία κατάσταση εκτός κρίσης ενδέχεται να ήταν και λίγο πιο χαλαρός, την ώρα που άρχισε να ζει την ανεργία και τον αλκοολισμό, έγινε βίαιος. Ουσιαστικά εγώ τον βλέπω στα πρόθυρα να πατήσει στη Χρυσή Αυγή.

Γιάννης Κοκιασμένος

Παίζει ρόλο το ότι αναγκάζεται να έρθει αντιμέτωπος με το ότι αν ο γιος του δεν κάνει σεξεργασία δεν θα υπάρξει κανένα εισόδημα στο σπίτι;

Ν: Ναι, και αυτό συμβαίνει και στην κοινωνία. Για παράδειγμα, πολλοί λένε για την LGBTQ κοινότητα, “δεν με ενδιαφέρει τι κάνουν στο κρεβάτι τους, με ενδιαφέρει να μη φιλιούνται μπροστά μου.” Είναι πράγματα που κάνουμε ότι δεν μας πειράζουν όταν δεν τα βλέπουμε, αλλά όταν τα βλέπουμε μας ενοχλούν.

Γ: Βρίσκω πολύ ενδιαφέρον ότι η γενεσιουργός εικόνα της Ναταλίας για την ταινία είναι ουσιαστικά η σκηνή του μεθυσμένου πατέρα που περπατάει στο δρόμο. Είναι δηλαδή αυτός ο άνθρωπος που εμπεριέχει μέσα του από τη μία όλο αυτό που έχουμε μάθει για τον Έλληνα, τη ζεμπεκιά και το ρεμπέτικο και τα “ώπα” και “έξω καρδιά”, μαζί με όλες τις αγκυλώσεις όμως. Αυτός ο ίδιος άνθρωπος που είναι ικανός για μια τέτοια υπέρβαση, είναι ο ίδιος που είναι τόσο στενόμυαλος και κολλημένος σε παραδοσιακές προκαταλήψεις. Βρίσκω μεγαλειώδες το πώς η γενεσιουργός εικόνα μίας ταινίας η οποία έχει να κάνει με ένα γιο ο οποίος εκδίδεται ομοφυλοφιλικά, ουσιαστικά εμπνέεται από μία εικόνα ελληνικότητας γεμάτη παγίδες.

Έχουν υπάρξει αντιδράσεις για το περιεχόμενο της ταινίας;

Ν: Οι κουκουβάγιες ενόχλησαν πολλούς. Στο οικογενειακό screening με ρώτησαν γιατί πιάνω αυτά τα θέματα, αλλά στα φεστιβάλ ευτυχώς είχαμε μόνο θετικές αντιδράσεις. Κάποιοι ένιωσαν άβολα με τις γυμνές σκηνές.

Γ: Το γυμνό δεν θα έπρεπε να θίγει κανέναν. Κάποιοι φοβούνται μήπως το γυμνό παρασύρει τα παιδιά. Στο κάτω κάτω, ας παρασυρθούν. Κακό παιδί δεν γίνεται κάποιος επειδή γίνεται αδερφή ή λεσβία, κακό παιδί γίνεται άμα θέλει να πυροβολήσει τον γείτονά του.

Αν έπρεπε να απομονώσετε μία σκηνή από τις Κουκουβάγιες, η οποία να δίνει το κλίμα της ταινίας, ποια θα διαλέγατε;

Ν: Αυτά τα λίγα δευτερόλεπτα που κάθεται η μητέρα στην τηλεόραση, μπαίνει μέσα ο αλκοολικός πατέρας, πέφτει κάτω, και η μητέρα τον βοηθά να σηκωθεί.

Γ: Για εμένα ήταν οι μακαρονάδες στην κουζίνα. Εκείνη η απόλυτη μιζέρια και ο εγκλωβισμός. Πρόκειται για μία σκηνή όπου όλη η οικογένεια τρώει μαζί φαγητό στο τραπέζι και δεν μιλάει κανείς. Αυτός ο εγκλωβισμός μίας ελληνικής οικογένειας χαμηλής τάξης νομίζω δίνει όλο το κλίμα. Όσο και να υπάρχουν φτερά και πούπουλα έξω από αυτό, νομίζω ότι αυτή η σκηνή στην κουζίνα την ώρα που τρώει η οικογένεια είναι τόσο κλειστοφοβική που δεν μπορείς να ανασάνεις.

Κάποιο μυστικό για τις Κουκουβάγιες;

Ν: Στο αρχικό πλάνο φαίνεται η Ακρόπολη, ενώ στο τελευταίο πλάνο η Ακρόπολη δεν είναι ορατή στο βάθος. Αυτό είναι κάτι που ήθελα να δείξω.

Γ: Ένας φίλος μου έλεγε κάποτε πως οτιδήποτε αποτελεί “Αθήνα” και μπορείς να το περπατήσεις, έχει θέα την Ακρόπολη. Όπου αισθάνεσαι πως είσαι στην πόλη σου, βλέπεις την Ακρόπολη και νιώθεις ασφαλής και σε οικείο περιβάλλον. Σε όποιο μέρος η Ακρόπολη είναι κρυμμένη αισθάνεσαι ανασφαλής, σαν να μην είσαι στην πόλη σου.

Πώς βλέπετε τις εξελίξεις στην Ελλάδα όσον αφορά τα ζητήματα ανθρωπίνων δικαιωμάτων;

Γ: Εγώ είμαι αριστερός από κούνια. Τα τελευταία χρόνια είχα την ελπίδα ότι τουλάχιστον κάποιες επιταγές της αριστεράς από την δεκαετία του ’60 θα μπορούσαν να έχουν μπει στην ατζέντα, αλλά δεν μπήκαν. Για παράδειγμα, τι έγινε με αυτόν τον περιβόητο διαχωρισμό εκκλησίας και κράτους; Τι έγινε με τους ναζί που ξαφνικά εναγκαλίζονται; Το σύμφωνο συμβίωσης είναι μια απειροελάχιστη τροπολογία στο νόμο, και μπορεί στη μεγάλη εικόνα κάπου να χάθηκε, αλλά τουλάχιστον έγινε.

Τι άλλο ετοιμάζετε τώρα;

Ν: Γράφω ένα καινούργιο σενάριο και τα γυρίσματα θα γίνουν εδώ στην Ελλάδα. Θα το γυρίσουμε το καλοκαίρι. Κάτι που μπορώ να πω για αυτή την ταινία είναι ότι πρωταγωνιστούν η γιαγιά μου και ένα χρυσόψαρο.

Γ: Έχω γράψει ένα βιβλίο που θα κυκλοφορήσει σύντομα από τις εκδόσεις Οκτώ, το οποίο είναι καουμπόικο… χωρίς πιστολίδι. Γι’ αυτό ονομάζεται κιόλας Η Ήμερη Δύση, το αντίθετο της άγριας δύσης. Είναι το πρώτο μου βιβλίο, και είναι με σκίτσα δικά μου.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
Γεννήθηκα στο Harrogate, ένα μαγευτικά παγωμένο αγγλικό κουτσοχώρι στο οποίο και έζησα τα πρώτα χρόνια της ζωής μου. Εκεί αποφάσισα δύο πράγματα: πως όταν μεγαλώσω θα γίνω συγγραφέας, και πως κάποτε θα αγοράσω ένα λάμα. Το 2003 διήγημά μου βραβεύτηκε από την Κάρμεν Ρουγγέρη, και το 2004 ένα ακόμη διήγημά μου βραβεύτηκε από το Εθνικό Κέντρο Βιβλίου. Το 2009 εξέδωσα το πρώτο μου δοκίμιο (εκδόσεις Πατάκη) και στη συνέχεια συμμετείχα σε τρεις ποιητικές συλλογές από τις εκδόσεις Μαίανδρος. Την ίδια χρονιά βραβεύτηκα από την Ευρωπαϊκή Ένωση Εκπαιδευτικών (AEDE) και το Υπουργείο Παιδείας για δοκίμιό μου. Από το 2011 είμαι επίσημο μέλος της Ένωσης Συγγραφέων και Λογοτεχνών Ευρώπης. Άρθρα κοινωνικού περιεχομένου έχω δημοσιεύσει σε διάφορα περιοδικά (Chaoster, Protagon, Lifo) καθώς και σε blogs. Σπουδάζω αγγλική φιλολογία, είμαι ακτιβίστρια, φεμινίστρια, και εκπαιδευόμενη crazy cat lady. Το e-mail μου είναι mic_christina@hotmail.com.