Πριν από λίγες μέρες μάθαμε για την 1η έρευνα που πραγματοποιήθηκε στην Ελλάδα με θέμα τους τρόπους με τους οποίους η ομοφοβία κι η τρανσφοβία διαμορφώνουν συνθήκες ανισοτήτων για τα LGBT άτομα στους χώρους της υγείας.

Η έρευνα ξεκίνησε το 2013, από τη Δήμητρα Γιάννου, Ph.D., στο πλαίσιο της διπλωματική της διατριβής για το Πανεπιστήμιο του Durham του Ηνωμένου Βασιλείου με τον τίτλο: «Κανονικοποιημένη απουσία, παθολογικοποιημένη παρουσία» .

Τα συναισθήματά μας ανάμεικτα. Αφενός, η ολοκλήρωση μίας τέτοιας έρευνα είναι μία πολύ ευχάριστη είδηση, γιατί προσθέτει ένα σημαντικό κομμάτι γνώσης, που μας λείπει, καθώς σπανίως επιλέγονται θέματα ερευνών, που να στοχεύουν στην πληθυσμιακή ομάδα των LGBT ατόμων. Αφετέρου όμως, τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν όλα εκείνα τα κρίσιμα σημεία για τα οποία ανησυχούμε.

Γι’ αυτό, καλέσαμε την κ. Γιάννου να μας μιλήσει η ίδια για το όλο εγχείρημα, η οποία ανταποκρίθηκε ταχύτατα. Άμεση, ακέραιη και καυστική. Τι ήταν αυτό που την ώθησε να κάνει στη συγκεκριμένη έρευνα, τι ανακάλυψε, τι την εξέπληξε στην πορεία, τι έζησε κατά τη διάρκεια, τι άκουσε από γιατρούς;

Διαβάστε όσα μας αποκάλυψε.

Πείτε μας λίγα λόγια για το ευρύτερο ερευνητικό σας πεδίο και πώς προέκυψε η συγκεκριμένη έρευνα;

Το ευρύτερό μου ερευνητικό πεδίο τώρα αρχίζει και διαμορφώνεται, γιατί είμαι νέα ερευνήτρια. Αυτή είναι η δεύτερη έρευνα που έχω κάνει. Το μοναδικό πράγμα που συνδέει αυτές τις δύο έρευνες είναι μια προσωπική αγωνία κι ένας προσανατολισμός δράσης ως κοινωνική λειτουργός στην αντικαταπιεστική πρακτική, δηλαδή στη προσπάθεια αλλαγής των κοινωνικών συνθηκών που δομούν την καταπίεση των ανθρώπων κι όχι το αντίστροφο, που μας θέλει να βοηθάμε τους ανθρώπους να προσαρμόζονται «καλά» σε καταπιεστικές συνθήκες.

Η συνήθης κοινωνική ανταπόκριση απέναντι στην ομοφοβία είναι «έλα μωρέ, πώς κάνεις έτσι;». Η τρανσφοβία είναι ακόμα λιγότερο κατανοητή. Αναπόφευκτα αυτοί, που κατά κύριο λόγο μπορούν να καταλάβουν το πόσο καταπιεστικό και τραυματικό είναι να ζεις σε ένα ομοφοβικό και τρανσφοβικό περιβάλλον, είναι οι ίδιοι οι ΛΟΑΤ και γι’αυτό, ερευνητικό ενδιαφέρον για τα ΛΟΑΤ ζητήματα δείχνουν, σχεδόν αποκλειστικά, ΛΟΑΤ άτομα. Έτσι, με αυτή την έρευνα ήθελα να δώσω την ευκαιρία σε ένα ευρύ κοινό να μάθει μέσα από τις εμπειρίες των ΛΟΑΤ, με έναν τρόπο όμως, όπου οι ίδιοι οι ΛΟΑΤ θα ήταν προστατευμένοι.

Το ενδιαφέρον μου για τον τομέα της υγείας προέκυψε, γιατί η υγεία είναι ο πιο σημαντικός δείκτης από τον οποίο μπορεί να καταλάβει κανείς, αν συνολικά ο πληθυσμός μιας χώρας, ή μια κοινωνική ομάδα, ευημερεί ή όχι. Η ομοφοβία και η τρανσφοβία έχουν αντίκτυπο τόσο στην υγεία των ΛΟΑΤ όσο και στη ποιότητα των υπηρεσιών υγείας που λαμβάνουν. Όμως, ο περισσότερος κόσμος ακόμα λέει «δεν με νοιάζει τι κάνει ο άλλος στο κρεβάτι του». Αυτό αντικατοπτρίζει το πόσο στενά και περιορισμένα αντιλαμβανόμαστε ακόμα σαν κοινωνία το κακό που κάνει η ομοφοβία και η τρανσφοβία στη ζωή των ανθρώπων. Αυτή την περιορισμένη αντίληψη ήθελα να καταπολεμήσω με την έρευνα.
Πόσο εύκολο ή δύσκολο ήταν να προσεγγίσετε άτομα της LGBT κοινότητας για να συμμετάσχουν στην έρευνά σας;

Καταρχήν μιλάμε για μια κοινότητα, η οποία δεν έχει σαφή όρια και συνεπώς διευρύνεται όσο θέλει κανείς να ανακαλύψει την ποικιλομορφία της. Για τον σκοπό της δικής μου έρευνας ο αυτοπροσδιορισμός του κάθε ατόμου ήταν ένας ασφαλής τρόπος να ορίσω την κοινότητα για την οποία μιλάω. Γενικά, απ’ όλους τους συμμετέχοντες. οι ΛΟΑΤ ακτιβιστές ήταν οι πιο πρόθυμοι στο να συμμετέχουν και αυτό, γιατί συνέδεαν εύκολα την ακτιβιστική τους δράσης με μια έρευνα που μελετά τις ανισότητες των ΛΟΑΤ.

Η πρόκληση για μένα ήταν να συμπεριλάβω στο δείγμα μου άτομα, τα οποία, για διάφορους λόγους, δεν είχαν ή δεν θέλανε να έχουν, επαφή με τις ΛΟΑΤ οργανώσεις. Άτομα που μένουν στην επαρχία, άτομα που είναι out μόνο σε έναν κλειστό κύκλο και εμφανίζονται σε χώρους που είναι σχετικά ελεγχόμενη η ορατότητα τους, άτομα που θέλουν να έχουν πλήρη έλεγχο του που και πως αποκαλύπτεται η σεξουαλικότητά τους ή το ότι είναι τρανς. Έτσι, η έρευνα προωθήθηκε με μεγάλη δυσκολία «από στόμα, σε στόμα». Όταν ζήταγα από τους συμμετέχοντες να προωθήσουν την πρόσκλησή μου σε άλλους μου λέγανε «έχω πολλούς γκέι φίλους, αλλά δεν ξέρω αν είναι γενικά out» και έτσι δίσταζαν να τους μιλήσουν για την έρευνα για να μην τους εγείρουν αισθήματα ανασφάλειας και φόβου.

Είδαμε δύο σημαντικές προκλήσεις που κληθήκατε να διαχειριστείτε ερευνητικά. Η μία αφορούσε στο πεδίο κι η άλλη στον πληθυσμό-στόχο. Υπήρχαν κι άλλες προκλήσεις κατά τη διάρκεια του ερευνητικού σας ταξιδιού, μικρότερες, ή ίσως και μεγαλύτερες;

Νομίζω μια από τις μεγαλύτερες προκλήσεις που είχα σ’ αυτή την έρευνα ήταν να αντιμετωπίσω την ΛΟΑΤ κοινότητα ως μια ενιαία ομάδα, κάτι που με όρους πολιτικούς έχει νόημα, γιατί αντικατοπτρίζει μια δύσκολη μεν, αλλά απαραίτητη συμμαχία, αλλά με όρους ερευνητικούς ενέχει τον κίνδυνο να χαθεί η αξιοπιστία της ίδιας της έρευνας. Το ακρώνυμο «ΛΟΑΤ» πέραν του ότι λειτουργεί συμβολικά και ως ομπρέλα που περιλαμβάνει πολύ περισσότερες από τέσσερις ταυτότητες, αντιπροσωπεύει ανθρώπους με πολύ διαφορετικές ανάγκες μεταξύ τους. Το ίδιο συμβαίνει και με τη φύση των διακρίσεων που υφίσταται κάθε μια από αυτές τις ομάδες ανθρώπων. Η μη ορατότητα για παράδειγμα που βιώνει ένα bisexual άτομο διαφοροποιείται σημαντικά από αυτή που βιώνει μια λεσβία ή από αυτή που βιώνει ένα τρανς άτομο.

Όλο αυτό γίνεται ακόμα πιο πολύπλοκο αν σκεφτεί κανείς ότι κανένας άνθρωπος δεν είναι μόνο «ΛΟΑΤ». Πολλές φορές, στο όνομα του να κρατηθεί ζωντανή αυτή η «ΛΟΑΤ συμμαχία» , σχετικοποιούμε τις εμπειρίες των ανθρώπων και με αυτόν τον τρόπο τις διαγράφουμε είτε στην προσπάθειά μας να καταλάβει ο ένας τον άλλον είτε στην προσπάθεια μας να μιλήσουμε για ένα «εμείς». Αυτό δεν συμβαίνει μόνο στον ακτιβισμό, αλλά και στο πεδίο της έρευνας. Θέλω να πιστεύω ότι στην ανάλυση μου διατήρησα την αξία του «εμείς» με έναν τρόπο που τιμάει και την αξία του «εγώ», αλλά και την κάθε ομάδα πληθυσμού που αντιπροσωπεύει το ακρώνυμο «ΛΟΑΤ». Ήταν μεγάλη η πρόκληση αυτή και βεβαίως ακόμα το ερώτημα του αν τα κατάφερα παραμένει ανοιχτό..

Ποια είναι τα συμπεράσματα στα οποία καταλήξατε; Επιβεβαιώνουν τις αρχικές υποθέσεις σας ή διαφέρουν;

Υποθέσεις με την στενή – ερευνητική σημασία της λέξης δεν υπήρχαν, γιατί η έρευνα που έκανα ήταν ποιοτική. Θυμάμαι όμως ότι όταν ξεκίνησα να διατυπώνω την ερευνητική μου πρόταση τα πρώτα μου διαβάσματα ήταν γύρω από τον HIV και αυτό, γιατί στην αρχή πίστευα ότι μια έρευνα για τις ανισότητες υγείας των ΛΟΑΤ θα κατέληγε αναπόφευκτα να είναι μια έρευνα γύρω από τον HIV. Αυτό βέβαια είχε να κάνει περισσότερο μια με στερεοτυπική αντίληψη για το τι θέματα υγείας απασχολούν τους ΛΟΑΤ και που τελικά, καταλήγει να είναι μια πολύ στερεοτυπική αντίληψη της ταυτότητάς τους.

Πολλές από τις ανάγκες φροντίδας υγείας των ΛΟΑΤ δεν διαφέρουν από τον γενικό πληθυσμό, όμως η μη ορατότητα των ΛΟΑΤ είναι ένα πολύ σημαντικό εμπόδιο στην δυνατότητά τους να έχουν πρόσβαση στις υπηρεσίες υγείας, που έχουν ανάγκη και φυσικά μειώνει τη ποιότητα των υπηρεσιών που λαμβάνουν. Οι κύριοι μηχανισμοί που κανονικοποιούν την μη ορατότητα τους στους χώρους υγείας είναι ο ετεροσεξισμός και η βιοϊατρική αντίληψη του φύλου ως ένα δίπολο «άντρας – γυναίκα» .

Για παράδειγμα, η αντίληψη ότι «δεν έχει νόημα να ξέρω αν ο ασθενής μου είναι γκέι ή τρανς» ενδυναμώνει την υπόθεση, που συνήθως ήδη έχουν κάνει οι επαγγελματίες υγείας, ότι οι ασθενείς τους είναι στρέιτ, αυτό εκλαμβάνεται συνήθως από τους ΛΟΑΤ ως ένα σημάδι, ότι το περιβάλλον δεν είναι ασφαλές να κάνουν coming-out ή νιώθουν αμήχανα, και οι επαγγελματίες υγείας καταλήγουν να προσφέρουν ίδιες υπηρεσίες σε ανθρώπους που όμως, έχουν διαφορετικές ανάγκες μεταξύ τους. Αυτός ο μύθος, ότι προσφέροντας ίδιες υπηρεσίες σε όλους, διασφαλίζω την ίση μεταχείριση, πρέπει να σπάσει!

Το ότι οι ΛΟΑΤ αντιμετωπίζονται στους χώρους υγείας ως straight –cis άντρες ή γυναίκες σημαίνει πρακτικά, ότι δεν παίρνουν τις πληροφορίες που θα θέλανε για θέματα υγείας που τους αφορούν, κυρίως αν αυτό σχετίζεται με κάποιον τρόπο με την σεξουαλικότητά τους ή τη μετάβαση φύλου, δυσφορούν και επιτείνεται το άγχος τους κατά την ιατρική εξέταση ή την ιατρική συνέντευξη και αποφεύγουν ή καθυστερούν να αναζητήσουν ιατρική θεραπεία όταν το έχουν ανάγκη από τον φόβο του πώς θα αντιμετωπιστεί από τους γιατρούς η αποκάλυψη της ταυτότητάς τους.

Επίσης, η μη ορατότητα στρώνει το έδαφος στο οποίο οι ΛΟΑΤ τραυματίζονται από την έκθεσή τους σε ομοφοβικές/τρανσφοβικές απόψεις, σχόλια, ρητορική μίσους των επαγγελματιών στους χώρους υγείας. Οι γιατροί βέβαια, που συμμετείχαν στην έρευνα είπαν, ότι τέτοια υποτιμητικά σχόλια, ή όπως κάποιοι χαρακτήρισαν, «κουτσομπολιά» για τους ΛΟΑΤ, επικοινωνούνται με έναν «διακριτικό» τρόπο στα πηγαδάκια που κάνουν οι επαγγελματίες στους διαδρόμους, ή στα γραφεία τους και κάπως έτσι νομίζουν ότι προστατεύουν τους ασθενείς τους. Αυτό όμως διαψεύσθηκε από τις μαρτυρίες των ΛΟΑΤ, οι οποίοι περιέγραψαν εμπειρίες που έδειχναν ότι, όχι μόνο εκτίθονταν σε σεξιστικά σχόλια, στη ρητορική μίσους για τους ΛΟΑΤ ή για άλλη μειονότητα, αλλά αυτό συχνά γινόταν, όχι στους διαδρόμους, αλλά ακόμα χειρότερα, κατά την ώρα μιας ιατρικής εξέτασης, όπου οι ίδιοι ήταν γυμνοί ή/και ακινητοποιημένοι.

Στην περίπτωση των τρανς ατόμων, η κακοποίηση τους στους χώρους υγείας φάνηκε σε κάποιες περιπτώσεις να είναι και σκόπιμη. Για παράδειγμα, ένας γιατρός περιέγραψε ένα συμβάν από μια εφημερία του σε νοσοκομείο, κατά το οποίο μια τρανς γυναίκα είχε πάει στα επείγοντα προκειμένου να κάνει καρδιολογικό έλεγχο με τον φόβο εμφράγματος. Ο γιατρός είπε ότι η παρουσία της τρανς γυναίκας έκανε τους γιατρούς και νοσηλευτές, που εφημέρευαν εκείνη την ώρα, να γελάσουν πολύ – ωστόσο «διακριτικά» όπως είπε, αλλά στα πλαίσια αυτής της «πλάκας» πήγε ένας νοσηλευτής να τοποθετήσει τον καρδιογράφο έχοντας την πρόθεση να γελοιοποιήσει την γυναίκα, να σεξουαλικοποιήσει την παρουσία της και την ιατρική πράξη για να φέρει ακόμα περισσότερο γέλιο «στη παρέα». Ο γιατρός δήλωσε ότι ήταν απλός παρατηρητής του όλου συμβάντος, αλλά παραδέχθηκε ότι ούτε αυτός ούτε κανένας άλλος δεν αντέδρασε. Πρέπει ο καθένας μας να σκεφτεί ότι αν μια τόσο σκληρή κακοποίηση μπορεί να συμβαίνει στα επείγοντα ενός νοσοκομείο, σε μια τόσο ευάλωτη στιγμή για έναν άνθρωπο που φοβάται ότι θα πεθάνει, τι άλλο μπορεί να συμβαίνει στην καθημερινότητα των τρανς ανθρώπων;

Τα πόσο βαθιά τραυματίζει η ομοφοβία και η τρανσφοβία αλλά και πόσο βαθιά εχθρική είναι ακόμα η χώρα μας για τους ΛΟΑΤ φαίνεται και από το γεγονός ότι από τα 46 άτομα που συμμετείχαν σε ατομική ή ομαδική συνέντευξη, οι 31 είχαν λάβει τουλάχιστον μια ή και περισσότερες φορές στη ζωή τους υπηρεσίες ψυχικής υγείας ή έκαναν ψυχοθεραπεία. Οι περισσότεροι από τους συμμετέχοντες θεωρούσαν ότι η ψυχική τους υγεία είχε επηρεαστεί με κάποιον τρόπο από την ομοφοβία –τρανσφοβία. Όμως, δεν ήταν σίγουροι πώς έγινε αυτό, δεν μπορούσαν να το εξηγήσουν και η τραγικότητα, για μένα, είναι ότι ήταν αβέβαιοι ακόμα και για το αν οι θεραπευτές τους ήταν ομοφοβικοί/τρανσφοβικοί ή όχι. Αυτό λέει πολλά για την ποιότητα των υπηρεσιών ψυχικής υγείας που λαμβάνουν οι ΛΟΑΤ στη χώρα μας, που απ’ότι φάνηκε από τα αποτελέσματα της έρευνας είναι εγκληματικά χαμηλή.

Είναι εγκληματικό να λέει ένας θεραπευτής σ’έναν γκέι «όλοι οι ομοφυλόφιλοι που έχουν περάσει από εδώ είναι ψυχοπαθολογικές προσωπικότητες» και μετά να του χορηγεί αντιψυχωτική αγωγή για να γίνει καλά. Είναι εγκληματικό να απορρίπτεις τα τρανς άτομα και την μετάβαση φύλου και να προτείνεις σε ένα 18χρονο να κυκλοφορεί γυμνός στο σπίτι για να αγαπήσει το σώμα του ή να λες σε ένα επίσης 18χρονο τρανς αγόρι , «αφού δεν έχεις πέος πώς είσαι άντρας?» ή να το προκαλείς να στο δείξει κιόλας! Αυτήν την σωματική και ψυχική παραβίαση ποιος την ελέγχει; Και δεν μιλάω μόνο για τον πειθαρχικό έλεγχο, που θα έπρεπε να υπάρχει για τέτοιες κακοποιητικές πρακτικές, αλλά και για την εκπαίδευση των επαγγελματιών ψυχικής υγείας, που είναι ακόμα πιο σημαντικό θέμα, γιατί η εκπαίδευση έχει τη δυνατότητα να προλαμβάνει το τραύμα πριν συμβεί.

Επίσης, η εκπαίδευση εξοπλίζει τους θεραπευτές που έχουν ένα γνήσιο ενδιαφέρον και καλή πρόθεση απέναντι στους ΛΟΑΤ, αλλά λόγω άγνοιας καταλήγουν να είναι ανεπαρκείς και τελικά να βλάπτουν τους ΛΟΑΤ θεραπευόμενους τους. Όπως ανέφερα προηγουμένως, πολλοί από τους συμμετέχοντες ένιωθαν αβέβαιοι για το αν οι θεραπευτές τους ήταν ομοφοβικοί/ τρανσφοβικοί ή όχι. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις οι ΛΟΑΤ περιέγραφαν τον θεραπευτή τους να κρατάει ή να προσπαθεί να δείξει μια ουδέτερη στάση – άποψη απέναντι στην ομοφυλοφιλία και στην μετάβαση φύλου ή μια στάση που λέει «δεν χρειάζεται να βλέπω τον σεξουαλικό σου προσανατολισμό ή την τρανς ταυτότητά σου». Αυτοί οι θεραπευτές, δυστυχώς, εγκλωβίζουν τους θεραπευόμενους τους σε μια αβεβαιότητα, που οι ίδιοι τους προκαλούν. Κι αυτή η αβεβαιότητα ακινητοποιεί τα άτομα σε μια θεραπευτική σχέση που, όχι μόνο δεν τους βοηθάει, αλλά μπορεί να είναι και εμπόδιο στην ανάπτυξη μιας θετικής εικόνας του εαυτού τους.

 

 

Υπήρχε κάποιο κομμάτι που να σας προκάλεσε έκπληξη;

Νομίζω ότι περισσότερο απ’όλα αυτό που με εξέπληξε ήταν η ομοφοβία και η τρανσφοβία των γιατρών και κυρίως η σκληρότητα με την οποία εκφράστηκε. Θυμάμαι τα χαχανητά ενός γιατρού με την ιδέα και μόνο ότι έχει ασθενή έναν γκέι ή έναν άλλον να ξεκαρδίζεται στα γέλια με την ιδέα, ότι ενημερώνει για την πρόληψη καρκίνου προστάτη μια τρανς γυναίκα. Για την πρόληψη καρκίνου! Με έναν άλλον μίλαγα για το πρωκτικό σεξ και με ρώτησε «καλά δεν ντρέπεσαι να ρωτάς αυτά τα πράγματα τους γιατρούς?». Οι γιατροί ήξεραν ότι το θέμα μου είχε να κάνει με την ίση μεταχείριση των ΛΟΑΤ και γι’αυτό συνήθως στην αρχή κάνανε αναφορά στον όρκο του Ιπποκράτη σαν μια απαράβατη ηθική αρχή, που δεν τους επιτρέπει να κάνουν διακρίσεις, όταν όμως εκφράζανε μια ομοφοβική ιδέα, που ίσως καταλαβαίνανε κι ίδιοι ότι ακούγεται ακραία, επικαλούσαν τους γκέι φίλους τους, λέγανε δηλαδή «οι φίλοι μου οι γκέι συμφωνούν μαζί μου». Κάτι αντίστοιχο έκανε κι ο Γιακουμάτος σε μια πρόσφατη συνέντευξή του, που εξηγούσε σαν γιατρός την ομοφυλοφιλία ως κολλητική ασθένεια, πριν αναφερθεί σ’αυτό εξήγησε, ότι έχει πολλούς φίλους γκέι. Αυτή η επίκληση των γκέι φίλων είναι μια πολύ συνηθισμένη τακτική για να δώσει αξιοπιστία στις πιο ομοφοβικές αντιλήψεις. Εκτός αν τελικά αυτοί οι γκέι είναι μια υπαρκτή παρέα φίλων που περιφέρονται εδώ και εκεί και μας τρολάρουν- μας έχουν κάνει όμως πολύ κακό!

Ποιες αλλαγές πιστεύετε ότι θα ήταν χρήσιμες σε κοινωνικοπολιτικό επίπεδο, ώστε να έρθουμε πιο κοντά στο στόχο της ισότητας για τα LGBT άτομα στην υγεία;

Για να αρχίσουμε να μιλάμε για ισότητα των ΛΟΑΤ στην υγεία θα πρέπει να φροντίσουμε οι νέοι να μεγαλώνουν και να αναπτύσσονται σε ασφαλή οικογενειακά και σχολικά περιβάλλοντα. Οι περισσότεροι ΛΟΑΤ νέοι γεννιούνται σε οικογένειες που δεν είναι υποστηρικτικές ή διαχειρίζονται την ταυτότητα των παιδιών τους σιωπηρά, μετά τα ίδια τα παιδιά συνήθως σηκώνουν εντελώς μόνα τους το βάρος της εκπαίδευσης των γονιών τους για να γίνουν πιο υποστηρικτικοί και ταυτόχρονα πηγαίνουν σε ένα σχολείο που ακόμα διαπραγματεύεται αν θα τους επιτρέψει να είναι ορατοί ή όχι.

Πολλοί νέοι-ες που συμμετείχαν στην έρευνα και που είχαν πρόσφατα τελειώσει το Λύκειο μιλάγανε για το bullying που είχαν υποστεί, για το τραύμα που προκαλούσε η σιωπηρή μεταχείριση της κακοποίησης τους από καθηγητές και γονείς, για το τραύμα του να μεγαλώνεις σε ένα σχολικό περιβάλλον που δεν σε βλέπει, δεν σε αναγνωρίζει ,δεν μιλάει για σένα… δεν νοιάζεται για σένα.

Θυμάμαι προς το τέλος μιας ομαδικής συνέντευξης και αφού είχαν μιλήσει όλοι για τις εμπειρίες τους από το σχολείο, μια 19χρονη λεσβία μου λέει «εγώ αυτό που κατάλαβα από την κουβέντα μας είναι ότι όλοι μας είμαστε ξεχασμένοι από τον Θεό». Τι να πεις σ’αυτό το παιδί; Η κοινωνία θα έπρεπε να την κάνει να αισθάνεται ότι είναι η χαρά της ζωής, η ελπίδα του τόπου και όχι να της καταρρακώνει την αξιοπρέπεια. Άλλο χαρακτηριστικό παράδειγμα της αναγκαιότητας για μια συνολική αλλαγή της παιδείας είναι ότι πολλοί νέοι-ες είπαν ότι κατά τη διάρκεια της εφηβείας τους είχαν «κλείσει τον διακόπτη του οργανισμού τους» , ότι είχαν βάλει «μια άνω τελεία» στην ανάπτυξή τους, ότι μένανε σκόπιμα σε μια «παιδική κατάσταση» μέχρι να τελειώσει επιτέλους το σχολείο και να ζήσουν. Ένα περιβάλλον που καταστέλλει την ανάπτυξη των ανθρώπων και επιτίθεται τόσο ευθέως στην υγεία τους μπορεί να χαρακτηριστεί μόνο ως κακοποιητικό. Γι’αυτό, προγράμματα στα σχολεία όπως η θεματική εβδομάδα για τις έμφυλες ταυτότητες είναι ταυτόχρονα και προγράμματα προαγωγής και πρόληψης της υγείας.

Ένα άλλο που θα μας φέρει πιο κοντά στην άρση των ανισοτήτων υγείας είναι να διασφαλίσουμε ότι οι ΛΟΑΤ αισθάνονται ασφαλείς στους χώρους υγείας είτε μιλάμε για νοσοκομεία, κέντρα υγείας, ιδιωτικά ιατρεία, κέντρα ψυχικής υγείας, γραφεία ψυχοθεραπείας κλπ. Η ομοφοβική και τρανσφοβική γλώσσα ή συμπεριφορά των επαγγελματιών υγείας θα πρέπει να αντιμετωπιστεί με κάθε τρόπο και αυτό προϋποθέτει την συνεχή εκπαίδευση τους ξεκινώντας από τις σχολές στα πανεπιστήμια. Ασφάλεια όμως για τους ΛΟΑΤ σημαίνει επίσης ότι θα μπορούν να πηγαίνουν στις διάφορες υπηρεσίες υγείας και δεν θα χρειάζεται να εκπαιδεύουν οι ίδιοι τους γιατρούς τους και τους επαγγελματίες ψυχικής υγείας για το ποιοι είναι οι ΛΟΑΤ και τι ανάγκες έχουν.

Στο τομέα της ψυχικής υγείας θα πρέπει να διασφαλίσουμε με κάθε τρόπο τη συνέχεια των υπηρεσιών που προσφέρει η τηλεφωνική γραμμή στήριξης για ΛΟΑΤ -11528. Η συγκεκριμένη υπηρεσία είναι ιδιαίτερα σημαντική για τους ΛΟΑΤ γιατί έχει τη δυνατότητα να ξεπερνάει πολλά εμπόδια που θέτει το πολύπλοκο κοινωνικό φαινόμενο της μη ορατότητας. Δηλαδή, η τηλεφωνική γραμμή δημιουργεί ένα επαγγελματικό πλαίσιο στήριξης εκεί που δεν θα μπορούσε να υπάρχει, για παράδειγμα σε ανήλικους ΛΟΑΤ που μόνο με την συναίνεση των γονιών τους θα μπορούσαν να έχουν πρόσβαση σε υπηρεσίες ψυχικής υγείας, σε ΛΟΑΤ γεωγραφικά αποκλεισμένους ή που βρίσκονται σε ιδρυματικά πλαίσια όπως ο στρατός και φοβούνται να αποκαλύψουν την ταυτότητα τους, σε ΛΟΑΤ που ζουν στην επαρχία και φοβούνται να πάρουν στήριξη από «ντόπιους” επαγγελματίες, σε άπορους ΛΟΑΤ που δεν έχουν την δυνατότητα να πληρώσουν εξειδικευμένη παροχή υπηρεσιών ψυχικής υγείας.

 

Τι θα συμβουλεύατε τις νέες και τους νέους κοινωνικούς επιστήμονες, που θα ήθελαν να πραγματοποιήσουν παρόμοιες έρευνες;

Να συμβάλλουν με όποιον τρόπο μπορούν στην άρση της μη ορατότητας της ΛΟΑΤ κοινότητας, γιατί σ’αυτό η έρευνα μπορεί να βοηθήσει σημαντικά. Καταρχήν, θα πρέπει ο σεξουαλικός προσανατολισμός και η ταυτότητα φύλου να αναγνωρίζεται από τους ερευνητές ως κοινωνικό-δημογραφικό στοιχείο με τον ίδιο τρόπο που αναγνωρίζουν ως τέτοιο το φύλο, την ηλικία, την καταγωγή, τον τόπο διαμονής, το επάγγελμα , το μορφωτικό επίπεδο, το εισόδημα κλπ. Το φύλο συνήθως αναγνωρίζεται, αλλά με έναν τρόπο που διαγράφει τα τρανς άτομα –για παράδειγμα στα ερωτηματολόγια συνήθως υπάρχουν δύο επιλογές «άντρας- γυναίκα». Πώς αλλιώς θα γνωρίσουμε τις ανάγκες της ΛΟΑΤ κοινότητας αν δεν αναγνωρίζουμε μέσα από το δείγμα μας ποιοι είναι ΛΟΑΤ;

Πριν δεκαετίες ήταν οι φεμινίστριες ερευνήτριες που αποκάλυψαν στην ακαδημαϊκή κοινότητα- και όχι μόνο- ότι οι έρευνες που γινόντουσαν μέχρι τότε εξηγούσαν την συμπεριφορά και τις ανάγκες των ανθρώπων αλλά οι ερευνητές στο δείγμα τους συμπεριελάμβαναν μόνο άντρες στο δείγμα τους. Η εμπειρία δηλαδή των γυναικών θαβότανε στις έρευνες. Το ίδιο γίνεται και με την εμπειρία των ΛΟΑΤ που οι ερευνητές θεωρούν ότι μπορεί να αντιπροσωπεύεται απροβλημάτιστα από την εμπειρία των straight και cis ατόμων.


συνέντευξη: Κλεοπάτρα Οικονομίδου