Η ταινία «Theo and Hugo» είναι μία από τις πιο τολμηρές και πολυσηζητημένες ταινίες του φετινού χειμώνα. Παρουσιάστηκε στην Αθήνα στις Νύχτες Πρεμιέρας 2016 και έκανε ιδιαίτερη αίσθηση, αφήνοντας τις καλύτερες εντυπώσεις σε κριτικούς και θεατές, όχι μόνο για την 18λεπτη σκηνή σεξουαλικού οργίου σε gay club του Παρισιού, αλλά για την ερμηνεία των δύο ανδρών που συναντιoύνται τυχαία και ερωτεύονται κεραυνοβόλα. Η ταινία μας ταξιδεύει σε ένα όμορφο νυχτερινό Παρίσι και μας δείχνει πως εξελίσσεται αυτή η απροσδόκητη σχέση. Συναντήσαμε τους σκηνοθέτες της ταινίας, Olivier Ducastel και Jacques Martineau, καθώς και τον πρωταγωνιστή Geoffrey Couet και εξασφαλίσαμε αυτήν την αποκλειστική συνέντευξη για τους αναγνώστες του Antivirus.

Αρχικά παρουσιάζουμε τη συνομιλία μας με τον πρωταγωνιστή Geoffrey Couet.

Ποιες ήταν οι σκέψεις σου όταν διάβασες το σενάριο για την ταινία;

Αμέσως σκέφτηκα ότι είναι ένα πολύ όμορφο σενάριο με ποιητικά, ρομαντικά, πολιτικά και σέξυ στοιχεία. Η πρώτη σκηνή με τρόμαξε, αλλά ταυτόχρονα με ιντρίγκαρε, ενώ η σκηνή με το νοσοκομείο με έκανε να δακρύσω και να νιώσω ότι θέλω να την γυρίσω διακαώς. Το σενάριο μου δημιούργησε πολύ έντονα συναισθήματα. Ήξερα από την αρχή ότι αυτή η ταινία ήταν αυτό που περίμενα χρόνια.

Ήσουν αμήχανος στα γυρίσματα της πρώτης σκηνής; Πόσο δύσκολο είναι για έναν ηθοποιό να ποζάρει γυμνός μπροστά σε τόσο πολύ κόσμο και να διατηρεί τη στύση του για ώρες;

Όταν πρέπει να παίξεις μία σκηνή όπως αυτή είσαι αμήχανος και μόνο με την ιδέα, αλλά όταν αποφασίζεις να το κάνεις, σταματάς να σκέφτεσαι και ξεκινάς να δουλεύεις πάνω στο πως θα την διεκπεραιώσεις υποκριτικά με τον καλύτερο δυνατό τρόπο. Δεν ήταν ιδιαίτερα δύσκολο να παίζω γυμνός μπροστά σε τόσο κόσμο, γιατί το είχαμε ήδη συζητήσει αρκετά νωρίτερα και είχαμε συμφωνήσει ότι είναι κάτι τόσο φυσικό. Ήταν μία σκηνή σαν όλες τις υπόλοιπες, με τη διαφορά ότι οι μισοί από εμάς είμασταν γυμνοί και οι άλλοι μισοί από το συνεργείο ήταν ντυμένοι. Όσον αφορά τη στύση, δεν υπάρχει υπάρχει κάποιος κανόνας. Το μόνο που μπορώ να ομολογήσω με βεβαιότητα είναι ότι δε θα μπορούσα ποτέ να είμαι πορνοστάρ. Όλα ήταν στο σενάριο με εξαιρετική λεπτομέρεια καταγεγραμμένα. Σκέψου ότι για την εναρκτήρια σκηνή χρειάστηκαν 14 σελίδες σεναρίου. Η σκηνή αυτή ήταν σα μία χορογραφία. Όπως ακριβώς και ένας χορευτής, ακολουθείς τη χορογραφία πιστά, χωρίς να αλλάξεις τίποτα, παίρνοντας παράλληλα το χρόνο που χρειάζεσαι για να νιώσεις τη σκηνή μέσα σου, να τη ζήσεις και να την εμπλουτίσεις με τα δικά σου στοιχεία. Ευτυχώς, κάναμε πολλά διαλείμματα κατά τη διάρκεια του γυρίσματος και είχαμε χρόνο να χαλαρώσουμε και να ξαναέρθουμε σε στύση. Η ατμόσφαιρα ήταν πολύ χαρούμενη και γεμάτη ενέργεια και όρεξη, αν και είμασταν συνεχώς εξαντλημένοι ο χώρος ήταν πολύ μικρός και ζεστός.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετώπισες στα γυρίσματα της ταινίας;

Το φινάλε μου δημιούργησε μεγάλη αμηχανία, εξαρχής. Ο χαρακτήρας μου στην ταινία είναι πολύ συνεσταλμένος και όταν έπρεπε να αρχίσω να μιλάω για τον εαυτό μου προκλητικά, όντας γυμνός, και με έναν τρόπο που έπρεπε να δείχνει τελείως φυσικός, ένιωσα ότι έδινα ένα κομμάτι του εαυτού μου. Αλλά ο Jacques και ο Olivier είναι εξαιρετικοί σκηνοθέτες και φρόντισαν να εξασφαλίσουν την απαραίτητη άνεση που χρειαζόμουν να νιώσω.

Πως ήταν η χημεία με τον συμπρωταγωνιστή σου, François Nambot στην πραγματική ζωή; Γνωριζόσασταν πριν από την ταινία;

Συναντηθήκαμε κατά τη διάρκεια των δοκιμαστικών. Είμασταν τυχεροί γιατί «δέσαμε» από την αρχή και αυτό φάνηκε στα γυρίσματα. Όταν μάθαμε ότι θα παίξουμε και οι δύο στην ταινία, καταλάβαμε ότι αυτό είναι μία πολύ σημαντική εμπειρία που θα κουβαλάμε για όλη μας τη ζωή. Είμαι σίγουρος ότι σε 10 χρόνια από σήμερα θα με ρωτάνε ακόμα για τη σκηνή του οργίου. Ήρθαμε πολύ κοντά. Με τον François έχουμε την ίδια ηλικία, παράλληλες επαγγελματικές πορείες και μοιραζόμαστε το ίδιο πάθος και όρεξη για δουλειά και νέες προκλήσεις. Δουλέψαμε μαζί σαν δύο πολύ καλοί φίλοι και έχουμε μία ιδιαίτερη σχέση έκτοτε.

Έχεις κοινά χαρακτηριστικά με τον ρόλο που υποδύθηκες;

Όχι, σίγουρα. O Theo είναι τόσο διαφορετικός από μένα. Σαν άνθρωπος είμαι πολυλογάς και γελάω συχνά, αλλά δεν είμαι καθόλου συνεσταλμένος. Καμία σχέση με τον ρόλο μου. Έπρεπε να δουλέψω πολύ γι’ αυτό, και μου ήταν πολύ δύσκολο. Σε πολλές στιγμές ήθελα να αλλάξω το σενάριο και να κάνω τον Theo εξωστρεφή και αποφασιστικό, αλλά με επανέφεραν συνέχεια οι σκηνοθέτες μου.

Πως ήταν η συνεργασία με τον Jacques και τον Olivier;

Ήταν εκπληκτική και εύχομαι να μπορούσε να τη ζήσει κάθε ηθοποιός. Διότι αυτοί οι δύο άνθρωποι αγαπούν τους ηθοποιούς, τους σέβονται και κάνουν την κάθε μέρα γυρίσματος διαφορετική και ξεχωριστή. Επίσης, ξέρουν να μοιράζονται και να μεταλαμπαδεύουν τις γνώσεις τους στη νέα γενιά ηθοποιών. Είμαι ιδιαίτερα περήφανος που αποτέλεσαν κομμάτι της επαγγελματικής και προσωπικής μου ζωής.

Ποιο είναι το μήνυμα που θέλει να περάσει η ταινία κατά τη γνώμη σου;

Ότι αυτός ο κόσμος χρειάζεται μεγαλύτερη δόση αγάπης.

Περίμενες τη μεγάλη επιτυχία του Theo and Hugo;

Δεν φανταζόμουνα ποτέ τι θα ακολουθούσε. Προτιμούσα να μην έχω καθόλου προσδοκίες και να μην κάνω προβλέψεις, ώστε να μην απογοητευτώ σε περίπτωση αποτυχίας. Αλλά, τα πράγματα πήγαν τόσο διαφορετικά. Η ταινία έχει ταξιδέψει σε όλο τον κόσμο και μέχρι στιγμής έχουμε κερδίσει 11 βραβεία. Κάθε μέρα από όταν ξεκίνησε αυτή η «περιπέτεια» είναι ένα δώρο στη ζωή μου, που δε φανταζόμουν καν ένα χρόνο πριν.

Είναι ο HIV η μεγαλύτερη απειλή στους gay άνδρες σήμερα;

Πιστεύω ότι κάθε γενιά ξεχνάει λίγο τον HIV, και αυτό είναι θλιβερό γιατί, δυστυχώς, ακόμα υπάρχει. Μπορεί να υπάρχουν θεραπείες για τον ιό, αλλά ακόμα είναι δύσκολο να το διαχειριστεί ο καθένας. Ο Jacques και ο Olivier δουλεύουν ενεργά πάνω στην ενημέρωση γύρω από τον HIV τα τελευταία 20 χρόνια μέσα από τις ταινίες τους, και είναι μοναδικοί στο είδος τους, γιατί το κάνουν με χαρά και με έναν ποιητικό και μουσικό τρόπο. Είναι ακτιβιστές της αγάπης.

Πόσο εύκολο είναι να βρεις την αγάπη στις μέρες μας;

Το να ερωτεύεσαι είναι ριψοκίνδυνο και επικίνδυνο, όπως δείχνει και η ταινία. Μπορεί να «τρακάρεις», αλλά είναι καλό να πάρεις το ρίσκο. Στις μέρες μας, είναι πολύ εύκολο να βρεις την αγάπη μέσα από κόσμο των εφαρμογών και αυτό είναι λίγο λυπηρό κατά τη γνώμη μου, γιατί αυτό δεν είναι αγάπη, αλλά απλή «κατανάλωση». Δεν υπάρχει κάποιος κανόνας, αλλά η αγάπη θα σε βρει όταν δεν την κυνηγάς.

Πως θα περιέγραφες τον εαυτό σου;

Είμαι αισιόδοξος και ενθουσιώδης και, θα έλεγα, και τυχερός. Αλλά, αυτή την τύχη τη δημιουργώ εγώ ο ίδιος. Όταν όλα είναι στάσιμα στη ζωή μου, τότε ψάχνω καινούριες αλλαγές, διαμορφώνω τη ζωή μου και παίρνω ρίσκα. Και αυτό πάντα με ανταμοίβει. Για παράδειγμα, αυτό το χρόνο θα δοκιμαστώ σε ένα θεατρικό έργο σαν ηθοποιός και σκηνοθέτης ταυτόχρονα, ενώ συζητάω και για μία κινηματογραφική δουλειά. Γι’ αυτό κρατήστε τα μάτια σας ανοιχτά και θα δείτε πολλά από εμένα σύντομα.


Τη σκυτάλη παίρνουν οι σκηνοθέτες της σειράς Olivier Ducastel και Jacques Martineau.

Από που εμπνευστήκατε για την ταινία Theo and Hugo; Η ταινία βασίζεται σε πραγματικά γεγονότα;

Η ταινία είναι καθαρά αντιεκείμενο φαντασίας. Θέλαμε να κάνουμε μία ταινία που με την ιστορία της θα μιλήσει στους καρδιές των θεατών. Όλα ξεκίνησαν από τις εικόνες που φτιάχνει στο μυαλό του ο Olivier όταν βλέπει ζευγάρια να φεύγουν από το Impact Club, στο οποίο γυρίστηκε η πρώτη σκηνή του οργίου. Πάντα αναρωτιέται τι γίνεται στη συνέχεια και πως καταλήγουν. Μέσα από την ταινία, λοιπόν, προσπαθήσαμε να δώσουμε ένα τέλος σε μία από αυτές τις καθημερινές ιστορίες. Και το αποτέλεσμα ήταν παραπάνω από ενθαρρυντικό, καθώς η ταινία ξεπέρασε τις προσδοκίες μας και ταξίδεψε, μεταξύ άλλων, σε Μεξικό, Ρωσία, Ταϊβάν, Ουκρανία και το κοινό, ιδιαίτερα το gay στο οποίο απευθυνόμαστε, ανταποκρίθηκε πολύ θετικά.

Ποια ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία που αντιμετωπίσατε όταν γυρίζατε την ταινία;

Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν το περιρισμένο budget που διαθέταμε, κάτι που γνωρίζαμε εξαρχής. Στην Γαλλία, ο κινηματογράφος παραμένει ακόμα ένας επικερδής τομέας, αλλά εμείς δεν βγάλαμε χρήματα από την ταινία, καθώς δεν ήταν αυτός ο στόχος μας και οι πόροι μας ήταν πολύ συγκεκριμένοι.Επίσης, ο πραγματικός χρόνος γυρισμάτων ήταν μια πρόκληση, γιατί στο σύνολο ξέραμε ότι θα υπάρχει μικρό περιθώριο για να διορθώσουμε τα λάθη στην αίθουσα του μοντάζ. Το να απεικονίσουμε τη σκηνή σεξ σαν μία ρομαντική σκηνή και όχι πορνογραφική, ήταν μία ακόμη πρόκληση. Γι΄αυτό, μείναμε πιστά συγκεντρωμένοι στην ιστορία που θέλαμε να αφηγηθούμε στο κοινό. Ένας άνδρας συναντά έναν άλλον άνδρα και ερωτεύονται, τόσο απλά. Η σκηνή δεν έχει στόχο να διεγείρει σεξουαλικά τους θεατές της, παρόλο που αυτό δεν είναι αδύνατο! Μία ακόμα δοκιμασία που περάσαμε ήταν η αγωνία για την αντίδραση του κοινού σχετικά με τη σκηνή του σεξ. Γνωρίζαμε ότι θα ήταν μία όχι και τόσο εύληπτη σκηνή για το «γενικό» κοινό, αλλά βαθιά ξέραμε θα είναι αρκετοί οι θεατές που θα το εκτιμήσουν. Οι ταινίες μας απευθύνονται σε αυτή τη μερίδα του κοινού.

Πως βοηθήσατε τους πρωταγωνιστές να ξεπεράσουν την αμηχανία και το άγχος στα γυρίσματα της πρώτης σκηνής σεξ;

Δε θα λέγαμε ότι οι ηθοποιοί ήταν ιδιαίτερα αμήχανοι στα γυρίσματα, καθώς είχαμε γράψει το σενάριο με την παραμικρή λεπτομέρεια και ήξεραν ακριβώς τι πρέπει να κάνουν. Πριν το γύρισμα, συναντηθήκαμε με τους ηθοποιούς και συζητήσαμε για το τι πρέπει να κάνουν ακριβώς. Αυτό τους έκανε να νιώσουν πιο βολικά και να χαλαρώσουν ώστε να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό, διότι μια τέτοια ασυνήθιστη σκηνή, από μόνη της δημιουργεί ένταση και άγχος.

Δυσκολευτήκατε να κάνετε την τελική επιλογή των ηθοποιών; Είναι εμφανές ότι υπάρχει πολύ χημεία μεταξύ των δύο πρωταγωνιστών στην ταινία.

Δεν ήταν καθόλου δύσκολο, αλλά σε αυτό βοήθησε και η τύχη. Ακολουθήσαμε τη φυσιολογική διαδικασία κάστινγκ και, ευτυχώς, ο Geoffrey Couët και ο François Nambot έτυχε να κάνουν οντισιόν μαζί. Από την πρώτη κιόλας στιγμή φάνηκε ότι αυτό το δίδυμο ταίριαζε τόσο πολύ, οπότε η επιλογή ήταν προφανής. Ακόμα πιο εύκολη ήταν η επιλογή του sex club, αφού το «L’ Impact» είναι μοναδικό στο είδος του και βόλεβε γιατί είναι μικρό και φιλικό. Συν τοις άλλοις, η διεύθυνση του μαγαζιού δέχτηκε με χαρά να μας φιλοξενήσει.

Κατά πόσο έχει εξελιχθεί ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεται η ομοφυλοφυλία από όταν ξεκινήσατε να κάνετε τις πρώτες σας ταινίες και ποια είναι η γνώμη σας για τον gay κινηματογράφο;

Η κοινωνική αποδοχή αυξάνεται συνεχώς στη χώρα μας. Αλλά, νιώθουμε ότι πρέπει να προωθήσουμε διαφορετικές μορφές ομοφυλοφιλίας στις ταινίες μας. Σρο σινεμά, οι gay χαρακτήρες παραμένουν αρκετά συμβατικοί γενικά και χαρακτηριστική είναι η ύπαρξη ορισμένου βαθμού ομοφοβίας στον τρόπο που αυτοί αντιμετωπίζονται. Ο όρος gay κινηματογράφος είναι παρεξηγημένος και πολύπλοκος, αλλά πολύ σημαντικός και δυναμικός, και αυτό διότι δεν μπορούμε να αφήσουμε μόνο straight ανθρώπους να ενσαρκώνουν gay ρόλους. Θα λέγαμε ότι ο gay κινηματογράφος δεν είναι αρκετά LGBT ακόμα. Έχουμε ανάγκη από περισσότερες ταινίες για λεσβίες, τρανς, κ.ο.κ. Όλες οι μορφές σεξουαλικότητας και ταυτότητας αξίζουν να προβάλλονται.

Αποτελεί ο HIV τη μάστιγα της εποχής μας;

Πλέον, ο HIV δεν αποτελεί την απειλή, όπως ήταν στη δεκαετία του 90, καθώς υπάρχουν φάρμακα και θεραπείες και ο κόσμος που πάσχει απολαμβάνει καλύτερη ποιότητα ζωής, αλλά δυστυχώς υπάρχουν ακόμα νεαρά άτομα που νοσούν καθημερινά. Ο HIV παραμένει μεγάλη ανησυχία για τους gay άνδρες και είναι κάτι με το οποίο ερχόμαστε αντιμέτωποι στην σεξουαλική και ερωτική μας ζωή.

Πως ξεκίνησαν όλα μεταξύ σας;

Γνωριζόμαστε πάνω από 20 χρόνια και έχουμε υπάρξει ζευγάρι για 19 ολόκληρα χρόνια. Όλα ξεκίνησαν το 1995. Η σχέση μας και η συνεργασία μας είναι κάτι ξεχωριστό για εμάς. Μπορεί να μη συμφωνούμε πάντα, αλλά έχουμε αποφασίσει ότι ποτέ δε θα διαφωνούμε μποροστά στους ηθοποιούς και ότι θα είμαστε πάντα υποστηρικτικοί μαζί τους. Αν και κατά περιόδους, ο Olivier παίζει το ρόλο του κακού.

Πως θα χαρακτηρίζατε τη σχέση σας;

Αν έπρεπε να δώσουμε ένα τίτλο που θα μας χαρακτήριζε, θα διαλέγαμε το «Μεσήλικοι Άνδρες».

Ποια είναι τα πλάνα σας για το μέλλον;

Αυτήν την περίοδο ταξιδεύουμε σε όλο τον κόσμο για την παρουσίαση του «Theo and Hugo» σε όλο τον κόσμο. Η ταινία μας έχει αποζημιώσει ηθικά και έχει ξεπεράσει κλαθε προσδοκία. Τaυτόχρονα, δουλεύουμε πάνω σε ένα νέο σενάριο για την επόμενη κινηματογραφική μας ταινία, που θα μοιάζει περισσότερο με κωμωδία και θα έχει τίτλο «Cockles and muscles».

 

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ
"Τον λένε Σπύρο. Είναι σχεδόν 30. Δε θέλει να το παραδεχτεί, αν και γκριζάρουν τα μαλλιά του. Κριός με ωροσκόπο Καρκίνο. Πιστός ονειροπόλος. Έχει σπουδάσει Μηχανικός Η/Υ στην Πάτρα και μετά έκανε MBΑ γιατί το γούσταρε. Τώρα περνάει το χρόνο του μεταξύ Λονδίνου και Αθήνας. Στο Λονδίνο δουλεύει. Την Αθήνα την αγαπάει. Τα καλοκαίρια θα τον βρεις στο Μεγανήσι και στην Κέρκυρα. Αγαπάει να κάνει εκπλήξεις στους άλλους και να γράφει ιστορίες ανθρώπως που του εξάπτουν την περιέργεια. Λατρεύει το μπέικον και το περγαμόντο. Παλιά νόμιζε ότι τα ξέρει όλα. Τώρα ξέρει ότι δε θέλει να τα μάθει όλα. Χαμογελά συνέχεια και σε κοιτάει στα μάτια! Αυτός είμαι εγώ". Σχόλια και παρατηρήσεις ευπρόσδεκτα στο spiroskatopodis@gmail.com