Η Μαρία Μάζη κι ο Πέτρος Αλεξανδρής ρώτησαν ΛΟΑΤΚΙ άτομα που έχουν βιώσει κατάθλιψη και τους μίλησαν για τη δική του συνύπαρξη με την κατάθλιψη. Οι απόψεις είναι καθαρά βιωματικές και δεν αντιπροσωπεύουν καμιά μερίδα πληθυσμού. Σκοπός του αφιερώματος είναι να ρίξουμε λίγο φως στο στίγμα της κατάθλιψης, αλλά και όπου υπάρχει το διπλό στίγμα, δηλαδή φοβικές αντιλήψεις όσον αφορά τον σεξουαλικό προσανατολισμό ή/και την ταυτότητα φύλου σε συνδυασμό με τις φοβικές αντιλήψεις και τα στερεότυπα για την κατάθλιψη. Ενδιαφέρον έχουν και τα λόγια δύο ειδικών – ένας ψυχίατρος και μία ψυχολόγος – για το θέμα, καθώς και οι συμβουλές που δίνουν σε όσους πάσχουν ή πιστεύουν ότι πάσχουν από κατάθλιψη.


Μ.: Το να μιλάω ανοιχτά για την εμπειρία μου είναι κάτι που έχει βοηθήσει και συνεχίζει να βοηθά στη συμφιλίωσή μου με την κατάθλιψη.


AV: Ποιοι ήταν οι λόγοι που σε ώθησαν να συμμετέχεις σε αυτή τη συνέντευξη;

M.: Εδώ και λίγα χρόνια έχω περίπου συμφιλιωθεί με το ρόλο που έχει παίξει (ή και παίζει) η κατάθλιψη στη ζωή μου. Το να μιλάω ανοιχτά για την εμπειρία μου είναι κάτι που έχει βοηθήσει και συνεχίζει να βοηθά σε αυτή τη συμφιλίωση. Επίσης, νομίζω δε μιλάμε αρκετά για την κατάθλιψη, και θα ήθελα αυτό να αλλάξει.

AV: Θέλεις να μου μιλήσεις λίγο για την εμπειρία σου την πρώτη φορά που βίωσες την κατάθλιψη;

M.: Δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα ποια ήταν ακριβώς η στιγμή που μου προέκυψε. Δεν είναι κάτι που συμβαίνει απότομα, σαν να πατάς ένα διακόπτη, αλλά κάτι που μπορεί να συμβεί σταδιακά, δεν είναι πάντα εύκολο να πεις πότε τα όποια αρνητικά συναισθήματα με διάρκεια “σχηματοποιήθηκαν” σε κατάθλιψη.

Κοιτάζοντας προς τα πίσω, μπορώ να δω διάφορες συνθήκες “προπαρασκευαστικές” της κατάθλιψης. Είχα μια αρκετά δύσκολη εφηβεία, όπου δεν είχα επί της ουσίας φίλους, δεχόμουν σχεδόν μόνιμα οικογενειακή βία, είχα μια εικόνα για το σώμα μου πολύ κακή. Για να ανταπεξέρχομαι, είχα ως βασικό μηχανισμό όταν ζορίζομαι πάρα πολύ συναισθηματικά, να με “σπρώχνω” στο να ζοριστώ ακόμα πιο πολύ μέχρι που να αρχίσω να φαντασιώνομαι μια αρκετά glorified βερσιόν της αυτοκτονίας.

dogΣτα 17 μου έφυγα για να σπουδάσω. Νομίζω τα πρώτα “καμπανάκια” ήταν μια διατροφική διαταραχή (που δεν την αναγνώρισα ούτε εγώ ούτε η οικογένεια μου ως τέτοια) λόγω της οποίας μέσα σε λίγα χρόνια πήρα πάρα πολλά κιλά, και η παραίτηση μου από τη σχολή, στην οποία ήταν αδύνατο να προσαρμοστώ λόγω του βαθμού δυσκολίας της (ως τότε είχα συνηθίσει να είμαι “άριστη” με σχετικά μικρή προσπάθεια). Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο επιδεινωνόταν η αυτοεικόνα μου και η πίεση, οι καβγάδες και η απόρριψη που ένιωθα από τους δικούς μου απλά δε βοηθούσαν. Ένιωθα άσχημη και μη ερωτεύσιμη, καθώς η αυτοπεποίθηση μου μειωνόταν επεδίωκα όλο και λιγότερες επαφές με άτομα που με είχαν γνωρίσει όταν ήμουν λιγότερα κιλά, ταυτόχρονα ένιωθα χαζή, ότι έχω κάνει μια λάθος επιλογή σχολής αλλά πως είμαι παγιδευμένη σε αυτήν (πρώτον, επειδή πάση θυσία δεν ήθελα να επιστρέψω στο σπίτι των γονιών μου, δεύτερον, γιατί το να την παρατήσω έμοιαζε ήττα) και σιγά σιγά είχα όλο και λιγότερη διάθεση και αντοχές για να κάνω οτιδήποτε μέσα στη μέρα. Δεν ξέρω πότε όλα αυτά μπλέχτηκαν τόσο δραστικά το ένα με το άλλο και έφτιαξαν την εικόνα της κατάθλιψης, ξέρω όμως ότι για τα επόμενα (πολλά) χρόνια (αρχές του 2004-αρχές του 2012), η κατάσταση μου χαρακτηριζόταν κυρίως από: αδυναμία, τον περισσότερο καιρό, να κάνω ακόμα και τα πιο βασικά πράγματα (όπως να φροντίσω στοιχειωδώς εμένα και τον προσωπικό μου χώρο), κακό ύπνο, έλλειψη ενέργειας μέσα στη μέρα και αϋπνία ολόκληρη τη νύχτα, ανηδονία, αίσθηση ανημπόριας, ένα εξαιρετικά οδυνηρό είδος μοναξιάς (όπου κάνεις ό,τι μπορείς για να διώξεις τους ανθρώπους γύρω σου αλλά ενδόμυχα επιζητάς όσο τίποτα το να μη φύγουν) ένα συναισθηματικό “γκρι” που δεν άφηνε περιθώρια ούτε για πολλά “πάνω” ούτε για πολλά “κάτω” αλλά ήταν πιο τρομακτικό από ό,τι “κάτω” είχα ζήσει. Ήταν σαν ανάμεσα σε εμένα και τον εαυτό μου να υπήρχε “κάτι” που μας χώριζε, σαν κάτι να μη με άφηνε να υπάρχω και να είμαι ο εαυτός μου. Προφανώς όλα αυτά τα χρόνια είχαν σκαμπανεβάσματα, σε κάποιες περιόδους ήμουν πιο λειτουργική και σε κάποιες δεν ήμουν καθόλου, αλλά μιλάω για τη γενική αίσθηση. Θυμάμαι ότι προσπαθούσα απεγνωσμένα να με κάνω να νιώσω πράγματα – και επειδή δε μπορούσα να νιώσω όμορφα πράγματα, προσπαθούσα έστω να με πονέσω. Προσπαθούσα να κάνω αυτές τις φαντασιώσεις της αυτοκτονίας που έκανα στην εφηβεία μου, αλλά ήταν αδύνατο, γιατί απλά δε μπορούσα να νιώσω, είχα μια απάθεια που σκέπαζε τα πάντα. Στις πιο “κάτω” περιόδους, άρχισα να σκέφτομαι όντως την αυτοκτονία, όχι σαν φαντασίωση αλλά σαν λογικό συμπέρασμα του ότι δε μπορώ με κανένα τρόπο να βελτιώσω τη ζωή μου οπότε δεν έχει νόημα να τη συνεχίζω. Για κάποιες περιόδους (πριν καταλήξω οριστικά στην αθεΐα) είχα ακόμα και εμμονές του στιλ “το σπίτι μου έχει αρνητική ενέργεια”, “νιώθω να με κυνηγάει μια κακή αύρα/πνεύμα”. Γενικά είναι σαν η κατάθλιψη να μου στέρησε πολλά από τα πράγματα που είμαι ή αγαπώ να κάνω.

AV: Έχεις απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό σύμβουλο για αυτό το θέμα;

M.: Σε όλη εκείνη την περίοδο, ενώ ήξερα ότι θα με βοηθούσε να απευθυνθώ σε κάποιον ειδικό, δεν το έκανα ποτέ, νομίζω για δύο κυρίως λόγους – ο ένας ήταν ότι φοβόμουν να ακούσω τη διάγνωση (αν και από κάποιο σημείο και μετά ήταν πολύ εύκολο πια να την φανταστώ) και ο άλλος ότι είχα αυτή την ηλίθια ιδέα στο κεφάλι μου (που συχνά σου την ενθαρρύνει το κοινωνικό περιβάλλον) ότι όλο αυτό ήταν κάτι που μπορούσα να ξεπεράσω μόνη μου αν το “ήθελα αρκετά” και αν ήμουν “αρκετά δυνατή”.

Πρώτη φορά πήγα σε ψυχολόγο στο τέλος του ‘12, όντας πια πολύ πιο λειτουργική,  όταν φτιάχτηκε μια ομάδα αυτογνωσίας για LGBT άτομα. Ατομικές συνεδρίες άρχισα περίπου από το τέλος του ‘14 και μετά. Έχοντας πλέον συζητήσει αρκετά για αυτό που μου συνέβη τότε, ξέρω τι ήταν, και ξέρω ότι ίχνη του υπάρχουν ακόμα πάνω μου. Όμως εξακολουθώ να μην έχω απευθυνθεί ποτέ σε ψυχίατρο και να μην έχω ακολουθήσει ποτέ κάποια φαρμακευτική αγωγή – αν και θεωρητικά είναι κάτι που πλέον έχω απενοχοποιήσει στο μυαλό μου.

AV: Πόση εμπιστοσύνη έχεις στον ψυχολόγο που πηγαίνεις; Πώς είναι η καθημερινότητά σου; Τι λες όταν ξυπνάς το πρωί;

M.: Γενικά η διαδικασία των συνεδριών είναι κάτι που με βοηθάει, και επίσης στο πλαίσιο των συνεδριών νιώθω άνετα και ασφαλής. Σε ό,τι αφορά την καθημερινότητα μου, χαρακτηρίζεται από την έλλειψη μιας καθημερινής “ρουτίνας” (του τύπου “θα σηκωθώ την τάδε ώρα, θα κάνω τα τάδε πράγματα κτλ”), κάποιες φορές είναι ελαφρώς χαώδης και ανάλογα την περίοδο, βλέπω κάποιες φορές πάνω μου συμπεριφορές που μου θυμίζουν τις περιόδους της κατάθλιψης. Νομίζω αυτό που με κυνηγάει ως τώρα είναι σε ένα βαθμό η ανηδονία, δηλαδή αρκετές φορές είναι σαν να με μπλοκάρω από το να αντλήσω απόλαυση από πράγματα που ξέρω ότι μου αρέσουν. Πλέον όμως έχω μάθει να με παρατηρώ καλύτερα, να μη νιώθω ενοχές, αλλά αντίθετα να προσπαθώ να εστιάζω στο να με φροντίζω λίγο καλύτερα όταν βλέπω ότι δε νιώθω πολύ εντάξει, και επίσης να μιλάω για αυτό και να ζητάω την προσοχή των ανθρώπων γύρω μου. Δε μου λέω κάτι συγκεκριμένο όταν ξυπνάω, αλλά έχω πάντα κατά νου ότι καμιά φορά μπορεί το μυαλό μου να βλέπει μπροστά του φαντάσματα – και αυτό είναι ΟΚ, δε σημαίνει ότι έχω αποτύχει σε κάτι ή ότι φταίω για κάτι, αλλά επίσης αυτά τα “φαντάσματα”  είναι παραίσθηση, δηλαδή καταστάσεις και συναισθήματα που τα νιώθω μεγιστοποιημένα, εκτός κλίμακας. Το έχω αυτό κατά νου και, όταν δυσφορώ πάρα πολύ, με αφήνω να ξεσπάσω και μετά μου θυμίζω ότι δεν πειράζει αν καμιά φορά νιώθω άσχημα, γιατί πλέον ξέρω με βεβαιότητα ότι στη ζωή δεν υπάρχει τίποτα αμετάκλητο, τίποτα που να μη μπορείς να το αλλάξεις αν θες.

AV: Ο όρος «κατάθλιψη» πιστεύεις ότι έχει κανιβαλιστεί από την τηλεόραση και τους διάσημους, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να το παραδεχτείς ανοιχτά στους φίλους, συγγενείς και στο εργασιακό σου περιβάλλον;

M.: Ο όρος χρησιμοποιείται πάρα πολλές φορές καταχρηστικά και λάθος, κυρίως μπερδεύοντας την κατάθλιψη με τον πόνο ή θλίψη, πχ μιας απώλειας ή ενός χωρισμού. Αυτή η κατάχρηση κάνει νομίζω δύο πράγματα: το ένα είναι ότι ενισχύει αυτή τη χαζή ιδέα ότι η κατάθλιψη είναι κάτι για το οποίο δε χρειάζεται να απευθυνθείς σε ειδικό, είναι μια λάιτ κατάσταση που είναι-και-δεν-είναι ψυχική νόσος και που άμα πας να τα πιεις με τα φιλαράκια σου θα σου φύγει. Αυτό είναι μια χαρά να το κάνεις αν απλώς περνάς ζόρια, αλλά αν έχεις κατάθλιψη σε καταστρέφει, γιατί αφ’ ενός σε αποτρέπει από το να ζητήσεις ουσιαστική βοήθεια, αφ’ ετέρου σου δημιουργεί τεράστιες ενοχές για το ότι δεν ξεπερνάς την κατάθλιψη μαγικά από μόνος σου και σε κάνει να συγκρίνεσαι με ανθρώπους που ΔΕΝ ΕΧΟΥΝ κατάθλιψη (αλλά χρησιμοποιούν τη λέξη καταχρηστικά για να πουν ότι τους έπιασε μια κατάθλιψη γιατί κόπηκαν σε ένα μάθημα, πχ) και να νιώθεις άχρηστος, γιατί αυτοί “ξεπέρασαν την κατάθλιψη” τους πίνοντας μπύρες κι εσύ όχι. Το άλλο όμως που κάνει είναι ότι, ενώ το στίγμα για τις ψυχικές νόσους γενικά είναι τεράστιο, σε αυτή τη συγκεκριμένη περίπτωση αν μη τι άλλο ο κόσμος είναι εξοικειωμένος με τη λέξη και τη χρησιμοποιεί (ας είναι και στρεβλά) ακόμα και για τον εαυτό του. Έτσι, στο δικό μου το μυαλό ας πούμε, το να δεχτώ ότι έχω κατάθλιψη ήταν μεν στιγματισμένο, αλλά όχι με τον τρόπο πχ που θα ήταν το να έχω διπολική διαταραχή (που εκεί αν δεις πώς έχει κανιβαλιστεί ο όρος θα φρίξεις, ο κόσμος λέει “μανιοκαταθλιπτικός” συνήθως ως συντομογραφία του “έχει σαλτάρει και μια μέρα θα μας σφάξει όλους”). Με έναν τρόπο, αυτός ο κανιβαλισμός της λέξης διευκολύνει το coming out ως καταθλιπτική: μπορώ να πω “έχω κατάθλιψη” και από το πόσο τσίχλα το έχουν κάνει όλοι, κανείς δε θα με κοιτάξει σαν να είμαι εξωγήινη. Αλλά με πολλούς άλλους τρόπους είναι κάτι πολύ βλαβερό.

AV: Όσον αφορά το σεξουαλικό σου προσανατολισμό ή/και την ταυτότητα φύλου σου, πώς αυτοπροσδιορίζεσαι;

M.: Είμαι non-binary, μου αρέσουν κυρίως αλλά όχι αποκλειστικά οι γυναίκες, και είμαι greysexual.

AV: Είσαι άουτ και σαν ΛΟΑΤΚΙ και σαν καταθλιπτικό άτομο;

M.: Δεν κρύβω το ότι είμαι ΛΟΑΤΚΙ αλλά είμαι άουτ σε διαφορετικό βαθμό για διαφορετικά πράγματα, ας πούμε είμαι πιο άουτ ως προς το σεξουαλικό προσανατολισμό από ό,τι ως προς το φύλο και το asexuality. Ως προς την κατάθλιψη, επίσης δεν είναι κάτι που κρύβω, νομίζω πλέον αρκετοί άνθρωποι από το περιβάλλον μου γνωρίζουν για αυτή και είναι κάτι που, αν προκύψει, το συζητάω ανοιχτά.

AV: Αν ναι, έχεις βιώσει κάποια διάκριση που να συνδυάζει ο κόσμος στο μυαλό του αυτά τα δύο;

M.: Νομίζω το πιο “χοντρό” είναι η προοπτική να πας σε ψυχολόγο/ψυχίατρο ο οποίος να θεωρεί το φύλο ή τη σεξουαλικότητα σου προϊόν ψυχικής νόσου, συνέπεια χαμηλής αυτοεκτίμησης, “σύγχυσης” κτλ ή ακόμα και ανωμαλία, και να προσπαθεί να στο “ερμηνεύσει” σώνει και ντε με τέτοιους όρους, ή να το βλέπει ως δυσλειτουργία που μπορεί να “γιατρευτεί”. Είναι κλασσικό το αίτημα, όταν είσαι LGBT και ψάχνεις ψυχολόγο/ ψυχίατρο, να προσπαθείς να βεβαιωθείς ότι δε θα ‘ναι ομοφοβικός/τρανσφοβικός. Ακόμα, η ομοφοβία/τρανσφοβία του κοινωνικού περιβάλλοντος, όταν είσαι LGBT εισάγει ένα ακόμα επίπεδο πίεσης μέσα στη ζωή σου και υπάρχει σαν φόβος το ότι ένας ειδικός ψυχικής υγείας χωρίς μια κάποια ευαισθητοποίηση ως προς αυτά τα ζητήματα, μπορεί απλά να μην καταλαβαίνει αυτό το πρόσθετο φορτίο που κουβαλάς.

Ταυτόχρονα, υπάρχει κενό γνώσης ως προς τους ειδικούς ψυχικής υγείας για το πώς αντιμετωπίζεις το transition ενός τρανς ατόμου σε συνδυασμό με ψυχικές νόσους, άσε που όταν είσαι τρανς ο ψυχίατρος είναι“αυτός ο τύπος που είμαι στο έλεος του για να μου γράψει ορμόνες”, κάτι που δημιουργεί μια κακή ισορροπία. Δηλαδή αν εσύ θες πχ να πάρεις οιστρογόνα γιατί τα χρειάζεσαι για το transition, αλλά πρέπει να προηγηθεί η έγκριση του ψυχίατρου, είναι ανθρώπινο να προσπαθείς ουσιαστικά να “καταφέρεις” τον ψυχίατρο να σου γράψει τις ορμόνες αντί να χαλαρώσεις και να προσπαθήσεις να δεις ειλικρινά τον εαυτό σου στην ολότητα του και να τον βοηθήσεις. Και τελικά παίζει να περνάς ένα χοντρό ζόρι (το transition, που όσο να πεις, είναι λογικό να νιώθεις ευάλωτα καθώς το κάνεις), χωρίς πραγματική ψυχολογική στήριξη από ειδικό, παρά μόνο έχοντας έναν ειδικό πάνω από το κεφάλι σου.

Νομίζω κυρίως λόγω των παραπάνω, και μέσα στην LGBT κοινότητα υπάρχει πολλές φορές μια αποτροπή των ανθρώπων από το να πάνε σε ψυχολόγο/ψυχίατρο ή και μια ρητορική αρκετά προβληματική για τα άτομα με ψυχικές νόσους. Ας πούμε, το κλασσικό ως προς το trans advocacy (το έχω ακούσει πια πάρα πολλές φορές) “Βγάλτε τη δυσφορία φύλου από το DSM, δεν είμαστε τρελές, η γνώμη μας μετράει!”, το οποίο πραγματικά το θεωρώ τρισμέγιστη μπούρδα, γιατί αυτό που υπάρχει πια στο DSM 5 είναι ουσιαστικά η πραγματικότητα και όλος ο καβγάς γίνεται γιατί κάποια (αρκετά) άτομα νιώθουν πως το να έχεις οτιδήποτε βρίσκεται εντός του DSM σε κάνει “τρελή” που “δε μετράει η γνώμη σου”. Guess what, είμαστε κι εμείς που το DSM δεν το γλιτώνουμε και είμαστε και LGBT! Για ελάτε να μου πείτε πόσο “τρελή” είμαι και πόσο “δε μετράει η γνώμη μου” λοιπόν…Αλλά και σε σις άτομα έχω δει κατά καιρούς συμπεριφορές που είναι σαν να λένε “εγώ έχω κάνει coming out και είμαι fabulus και ΑΠΟΚΛΕΙΕΤΑΙ να έχω θέματα με την ψυχική μου υγεία”, σαν το να έχεις θέμα ψυχικής υγείας ΚΑΙ να είσαι LGBT θα επιβεβαίωνε τη ρητορική “οι γκέι δε στέκουν στα καλά τους” άρα σώνει και ντε πρέπει να νιώθουμε όλοι την υπέρτατη συνεχή ευτυχία μετά το coming out.

AV: Αυτό που είχες στο μυαλό σου για την κατάθλιψη πριν διαγνωστείς με αυτήν, συμβαδίζει με αυτό που ένιωσες μετά;

M.: Πριν να είμαι σε θέση ώστε να μπορώ να ακούσω την όποια διάγνωση, ο φόβος ήταν τεράστιος, ότι αν διαγνωστώ με κάποια ψυχική νόσο θα είναι το τέλος του κόσμου και ότι οι άνθρωποι με ψυχικές νόσους έχουν πάντα κακό τέλος. Προτιμούσα να εθελοτυφλώ κάνοντας ότι δε βλέπω τα συμπτώματα μου και ενώ αυτό που είχα, γενικώς και αορίστως, στο μυαλό μου για το τι είναι η κατάθλιψη δεν απείχε πολύ από την πραγματικότητα, επέμενα πεισματικά πως αποκλείεται η κατάθλιψη να αφορά εμένα και πως αν κάνω ότι δεν υπάρχει, θα φύγει. Το να ζητήσεις βοήθεια όταν έχεις κατάθλιψη δεν είναι απλά κάτι που “συμβαίνει” – θέλει προσπάθεια. Είναι το πρώτο βήμα για να σε βοηθήσεις, εν μέσω μιας κατάστασης όπου νιώθεις ότι ΔΕ ΓΙΝΕΤΑΙ (ή ότι δε σου αξίζει) να βοηθηθείς. Εγώ, όταν πια ήμουν σε θέση να ζητήσω βοήθεια, ήμουν ήδη αρκετά καλύτερα. Η διάγνωση μου, από εκεί που ήταν φόβος, έγινε κάτι απελευθερωτικό, γιατί διέλυσε όλες τις ενοχές μου: δεν ήταν ότι “ήμουν τεμπέλα” ή ότι “δεν ήμουν αρκετά δυνατή” ή ότι “τα έκανα όλα από αντίδραση” ούτε ότι “ήμουν ανίκανη να διαχειριστώ τη ζωή μου”.  Είχα “απλά” κατάθλιψη. Κατάλαβα τότε ότι το τρομακτικό στην κατάθλιψη δεν είναι η λέξη, δεν είναι η διάγνωση, είναι αυτό που περνάς και το ότι το περνάς μόνος. Αν έχεις αρχίσει να σε βοηθάς, τα δύσκολα είναι ήδη πίσω σου.

AV: Πώς θα ήθελες ο κόσμος να αντιμετωπίζει το ζήτημα της κατάθλιψης ώστε να  μη σε προσβάλει ως προσωπικότητα;

M.: Θα ‘θελα πολύ να αποστιγματιστούν επιτέλους οι ψυχικές νόσοι. Δε θα στιγμάτιζες κάποιον κοινωνικά επειδή έχει, ας πούμε, υπέρταση, δε βλέπω γιατί θα πρέπει να στιγματίζεται κοινωνικά κάποιος επειδή έχει – ή πέρασε – κατάθλιψη. Επίσης λίγη κατανόηση θα ήταν ωραία….Μέχρι και τώρα, κάποιες μέρες είναι καλύτερες από άλλες, και καμιά φορά πραγματικά με κόπο κάνω το οτιδήποτε, πρέπει να με ζορίσω για να σηκωθώ από το κρεβάτι, να πλυθώ, να ανταποκριθώ στις υποχρεώσεις μου. Θα ‘θελα να γινόταν κατανοητό ότι κάποιες φορές το να ζεις με κατάθλιψη συνεπάγεται ότι πράγματα που άλλοι τα κάνουν αβίαστα εσύ μπορεί να τα κάνεις με λίγο παραπάνω κόπο και δυσκολία. Αλλά ότι αυτό δεν είναι κάτι μόνιμο, ή κάτι που, όταν κοιτάς τη μεγάλη εικόνα, απαραίτητα σε κάνει να ‘σαι “πιο λίγος” από το μέσο άνθρωπο. Είναι κάπως σαν να έχεις ένα παλιό τραύμα που να σε πονάει πού και πού. Ακόμα, καλά θα ‘ταν να εγκαταλείψουμε τα χαζά στερεότυπα: δεν είναι όλοι οι καταθλιπτικοί “παρεξηγημένες μεγαλοφυίες”, δεν είναι όλοι αυτοκτονικοί και μοιραία αυτοκαταστροφικοί, δεν είναι απλά τεμπέληδες, δεν είναι αδύναμοι. Και, μα τον Τουτάτη, δεν είναι “τρελοί” οι άνθρωποι με ψυχικές νόσους. Το ότι μπορεί μέσα στο μυαλό του ένας άνθρωπος με κατάθλιψη κάποιες φορές να γιγαντώνει τα αρνητικά συναισθήματα, δε σημαίνει ότι “όλα είναι μέσα στο κεφάλι του άρα δεν πιάνονται για πραγματικά”, σημαίνει ότι ίσως θα ‘πρεπε να του απευθυνόμαστε με λίγη περισσότερη ενσυναίσθηση. Και τέλος, οι ψυχικές νόσοι δε θα ‘πρεπε να ‘ναι θέμα ταμπού: ρωτήστε μας (με σεβασμό πάντα) για αυτές, ας μιλάμε ανοιχτά, δεν είναι κάτι ντροπιαστικό που πρέπει να μένει κρυφό.

AV: Ποιοι θα ήταν οι τρόποι θεωρείς ώστε να μην συνδέονται αυτά τα δύο (ΛΟΑΤΚΙ και κατάθλιψη, γιατί δυστυχώς πολλοί κάνουν αυτό το λάθος);

Μ.: Είναι τόσο διαφορετικά αυτά τα δύο που δεν καταλαβαίνω πώς συγχέονται καν! Νομίζω το πιο βασικό είναι να κατανοηθεί ότι το ένα (το LGBT) είναι κομμάτι του εαυτού σου, της προσωπικότητας σου, είναι στον πυρήνα αυτού που είσαι, δεν είναι κάτι δυσλειτουργικό, είναι απλά κάτι μη συνηθισμένο. Το άλλο ΔΕΝ είναι κομμάτι της προσωπικότητας σου (παρότι η εμπειρία του να το έχεις περάσει σε διαμορφώνει, και επίσης κατά καιρούς οι συμπεριφορά ή η διάθεση σου μπορεί να επηρεάζεται από αυτό), είναι μια νόσος. Κάποιος που έχει κατάθλιψη δεν έχει ως στοιχείο της προσωπικότητας του την κατάθλιψη περισσότερο από ότι ένας διαβητικός έχει ως στοιχείο της προσωπικότητας του το διαβήτη. Και των δύο η καθημερινότητα όμως μπορεί να επηρεάζεται καθοριστικά από την κατάσταση τους και την προσπάθεια τους να την αντιμετωπίσουν.

AV: Ποια είναι τα σχέδιά σου για το άμεσο μέλλον;

Μ.: Να τελειώσω το μεταπτυχιακό μου, να ασχοληθώ ξανά με τη μουσική, να βρω δουλειά, να περνάω όμορφα με την κοπέλα μου και τους φίλους μου. One step at a time.


Σάββας: Στην αρχή δεν είχα καθόλου εμπιστοσύνη στην ψυχίατρό μου – Άρχισε να αναπτύσσεται με το χρόνο.


AV: Ποιοι ήταν οι λόγοι που σε ώθησαν να συμμετέχεις σε αυτή τη συνέντευξη;

Σάββας: Χμ. Είναι πολύ καλή η ερώτησή σου. Δεν ξέρω. Αν με ρώταγες πριν ένα χρόνο θα ένιωθα περίεργα και μόνο που θα μου πρότεινες τη συνέντευξη αυτή. Μάλλον συμμετέχω γιατί νιώθω την ευθύνη να το κάνω. Νομίζω πως στην «κοινότητά» μας έχει αργήσει χαρακτηριστικά να ανοίξει η κουβέντα για τα ζητήματα της ψυχικής υγείας. Συνήθως όταν μιλάμε για ζητήματα ψυχικής υγείας στην «κοινότητα», επικεντρωνόμαστε στην αποπαθολογικοποίηση του σεξουαλικού προσανατολισμού, της ταυτότητας φύλου, της έκφρασης φύλου και των χαρακτηριστικών φύλου. Και είναι σημαντικό που θίγεται αυτό. Με χαροποίησε πολύ όταν με ενημέρωσες ότι το Antivirus αποφάσισε να ασχοληθεί με αυτό. Και για να σου είμαι και ειλικρινής, ανυπομονώ να διαβάσω τις υπόλοιπες συνεντεύξεις και άρθρα. Θα ήθελα μόνο να ξεκαθαρίσω από την αρχή ήδη πως δεν είμαι ειδικός ψυχικής υγείας. Μπορώ να μιλήσω μόνο προσωπικά και βιωματικά.

AV: Θέλεις να μου μιλήσεις λίγο για την εμπειρία σου την πρώτη φορά που βίωσες την κατάθλιψη;

Σάββας: Δεν ξέρω αν μπορώ διότι για εμένα δεν ήταν κάτι σαφώς ορισμένο που ξεκίνησε την τάδε ημερομηνία και τελείωσε την δείνα. Ήταν μια διαδικασία που πήρε χρόνια μέχρι να καταλάβω ότι χρειάζομαι βοήθεια, και μήνες μέχρι τελικά να την ζητήσω όντως. Οι εμπειρία μου είναι ανάκατη με καλύτερες και χειρότερες περιόδους.

Αν πρέπει να μιλήσω για τις πιο δύσκολες περιόδους, πράγμα δύσκολο αρκετά για μένα, θα σου έλεγα ότι δεν θέλω να τις θυμάμαι. Δεν είχα τη διάθεση να μιλήσω με άλλο κόσμο. Σχεδόν ούτε να τον δω. Έκανα μέρες για να βγω από το σπίτι, πολλές φορές και εβδομάδα. Δεν είχα διάθεση να ασχοληθώ με το οτιδήποτε παραγωγικό. Ζώντας μόνος σε μια ξένη χώρα, χωρίς οικογένεια ή αδερφικούς/ες φίλους/ες, κάτι τέτοιο μου ήταν επικύνδυνα εύκολο. Και το έκανα, χωρίς να το καταλαβαίνω. Αυτό συνδυάστηκε και με έντονη υπερφαγία.

AV: Έχεις απευθυνθεί σε κάποιον ειδικό σύμβουλο για αυτό το θέμα;

Σάββας: Δεν το έκανα για αρκετό καιρό. Το έκανα όμως και θεωρώ πως είναι η καλύτερη απόφαση που πήρα στη ζωή μου. Απευθύνθηκα σε ψυχίατρο, την οποία και επισκεπτόμουν σταθερά για αρκετούς μήνες.

AV: Πόση εμπιστοσύνη είχες στην ψυχίατρο που πήγαινες; 

Σάββας: Στην αρχή δεν είχα καθόλου. Άρχισε να αναπτύσσεται με το χρόνο. Ήμουν αρκετά τυχερός που έπεσα σε επιστήμονα που δεν με κακοποίησε. Έχω ακούσει πολλά και κακά παραδείγματα σχέσης γιατρού-ασθενή.

AV: Ο όρος «κατάθλιψη» πιστεύεις ότι έχει κανιβαλιστεί από την τηλεόραση και τους διάσημους, με αποτέλεσμα να μην μπορείς να το παραδεχτείς ανοιχτά στους φίλους, συγγενείς και στο εργασιακό σου περιβάλλον;

Σάββας: Δεν θα έλεγα πως έχει κανιβαλιστεί από την τηλεόραση και τους διασήμους. Μάλλον έχει κανιβαλιστεί από την κοινωνία μας γενικότερα.

Σε ορισμένους κύκλους είναι κουλ και λέγεται με πολύ ευκολία («Περνάω μια καταθλιψούλα αυτόν τον καιρό και δε μπορώ να έρθω κλαμπάκι»).  Αυτό μάλλον εννοείς με τη λέξη κανιβαλισμό.

Αντίθετα σε άλλους κύκλους υπάρχει στίγμα και δε μπορείς να μιλήσεις καθόλου. Η κατάθλιψη έχει το στίγμα της «ασθένειας πολυτελείας». Σου λένε πως δεν έχεις αληθινά προβλήματα και συνεπώς τα εφεύρεις με την κατάθλιψη.

Και τα δύο είναι αρκετά συχνά και αρκετά κακοποιητικά.

AV: Όσον αφορά το σεξουαλικό σου προσανατολισμό ή/και την ταυτότητα φύλου σου, πώς αυτοπροσδιορίζεσαι;

Σάββας: Είμαι από τους ανθρώπους που έχουν αλλάξει την απάντηση σε αυτήν την ερώτηση πολλές φορές στη ζωή τους. Αυτοπροσδιορίζομαι ως cis άντρας, gay και asexual. Αυτά όμως τα βιώνω αρκετά ρευστά. Απολαμβάνω να βάφω τα νύχια μου, νιώθω πολύ συχνά δυσφορία με τα δευτερογενή χαρακτηριστικά φύλου του σώματός μου, η πιο δυνατή εμπειρία μου ερωτικά ήταν με γυναίκα, ενώ έχω περάσει φάση που είχα καύλες και έψαξα σεξ για να τις ικανοποιήσω.

AV: Είσαι άουτ και σαν ΛΟΑΤΚΙ και σαν καταθλιπτικό άτομο; 

Σάββας: Είμαι άουτ ως gay γενικά, άουτ ως ασέξουαλ στην Colour Youth και τους γονείς μου, και άουτ ως καταθλιπτικός σε λιγότερους.

AV: Έχεις βιώσει κάποια διάκριση που να συνδυάζει ο κόσμος στο μυαλό του αυτά τα δύο;

Σάββας: Ναι. Έχω βιώσει προσπάθεια από άτομα με τα οποία μιλάω να συνδυάζουν το γεγονός ότι είμαι χοντρός, ασέξουαλ και καταθλιπτικός για να βγάλουν συμπεράσματα και να μου δώσουν συμβουλές. «Είσαι ασέξουαλ επειδή είσαι καταθλιπτικός», «Είσαι καταθλιπτικός επειδή είσαι ασέξουαλ», «Είσαι χοντρός γιατί είσαι καταθλιπτικός», «Είσαι καταθλιπτικός επειδή είσαι χοντρός», «Είσαι ασέξουαλ γιατί δεν σου κάθεται κανείς που είσαι χοντρός», «Είσαι χοντρός γιατί είσαι ασέξουαλ και δεν ικανοποιείσαι από αλλού». Τα έχω ακούσει όλα τα παραπάνω. Στον κόσμο του «no fems, no fats, just sex» πετύχαινα το 3 στα 3. Και μάλιστα σε περιόδους που δε μπορούσα να τα αντιμετωπίσω με τον τρόπο που μπορώ τώρα. Τώρα πια αν ένα άτομο μου πει κάτι από τα παραπάνω, κόβω την συζήτηση και αποφεύγω την τοξικότητα.

AV: Αυτό που είχες στο μυαλό σου για την κατάθλιψη πριν διαγνωστείς με αυτήν, συμβαδίζει με αυτό που ένιωσες μετά;

Σάββας: Πριν διαγνωστώ ως καταθλιπτικός δεν ξέρω αν είχα σκεφτεί ποτέ το τι σημαίνει κατάθλιψη, τί είναι το στίγμα της και πώς μπορεί να βιώνουν την καθημερινότητα οι καταθλιπτικοί άνθρωποι. Μάλλον είχα στο μυαλό μου αυτό που έχουν στο μυαλό τους οι περισσότεροι άνθρωποι: πως η κατάθλιψη είναι αδυναμία, πως τα καταθλιπτικά άτομα απλά δεν προσπαθούν αρκετά και δεν βοηθούν τον αυτό τους.

AV: Πώς θα ήθελες ο κόσμος να αντιμετωπίζει το ζήτημα της κατάθλιψης ώστε να μη σε προσβάλει ως προσωπικότητα; 

Σάββας: Μάλλον θα ήθελα να την αντιμετώπιζε σαν μια περαστική ασθένεια, όπως και νομίζω πως είναι. Όπως η γρίπη χρειάζεται γιατρό και περνάει, έτσι και η κατάθλιψη είναι περαστική, αρκεί να πάρεις την κατάλληλη αγωγή με τον κατάλληλο γιατρό. Αυτό που θα πρέπει να αντιμετωπιστεί είναι το στερεότυπο πως η κατάθλιψη (και η ίασή της) είναι επιλογή. Δεν είναι σε καμία περίπτωση. Χρειάζεται και προσωπικός κόπος, αλλά ο γιατρός (ψυχολόγος/ψυχίατρος) είναι απαραίτητος.

AV: Ποιοι θα ήταν οι τρόποι θεωρείς ώστε να μην συνδέονται αυτά τα δύο (ΛΟΑΤΚΙ και κατάθλιψη);

Σάββας: Μα συνδέονται! Το να είναι κανείς LGBTQIA+ σε ένα φοβικό περιβάλλον μπορεί να προκαλέσει κατάθλιψη. Τα LGBTQIA+ άτομα αντιμετωπίζουν πολύ συχνότερα προβλήματα ψυχικής υγείας και δεν μπορούμε να κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας. Με τον ίδιο τρόπο που ο HIV συσχετίζεται πιο έντονα με τους άντρες που κάνουν σεξ με άντρες. Είναι δεδομένο.

Με την εξαίρεση της αποπαθολογικοποίησης της τρανς ταυτότητας, η οποία έχει πολύ άμεσες επιπτώσεις στις ζωές των τρανς ατόμων, δεν θεωρώ πως πρέπει να είναι προτεραιότητά μας να βρεθεί ο τρόπος ώστε να μην συνδέονται τα προβλήματα ψυχικής υγείας με την LGBTQIA+ ταυτότητα.

Καταλαβαίνω ότι είναι σημαντικό, και έχουν γίνει τεράστια βήματα. Αλλά πρώτα πρέπει να επενδύσουμε στους τρόπους με τους οποίους ένα LGBTQIA+ άτομο θα μπορεί να μιλήσει για την ψυχική του υγεία πιο άνετα. Θα πρέπει να αναγνωρίσουμε ότι το να είσαι queer στην ελληνική πργματικότητα είναι από μόνο του κάτι δύσκολο. Και είναι φυσιολογικό αυτό να σου προκαλεί προβλήματα. Το να νιώσουμε άνετα να μιλήσουμε για την ψυχική μας υγεία, ιδιαίτερα μεταξύ μας, είναι σαφώς ένα σημαντικό προαπαιτούμενο του να είμαστε έτοιμοι/ες να μιλήσουμε στον έξω κόσμο για την ψυχική μας υγεία.

AV: Ποια είναι τα σχέδιά σου για το άμεσο μέλλον;

Σάββας: Ως προς την ψυχική μου υγεία; Είμαι αρκετά καλύτερα πια. Συνεχίζω κανονικά τη ζωή, προσπαθώντας να αξιοποιήσω όσο καλύτερα γίνεται τα όσα έχω μάθει για τον εαυτό μου.


Ιωάννης Αλεξιάδης: Είναι σα να έχει σπάσει το πόδι σου και να πρέπει να το βάλεις σε γύψο. Αυτό είναι το καλύτερο παράδειγμα που μπορώ να δώσω.


Έλενα Χρηστίδη, ψυχολόγος: Κάθε στίγμα που αντιμετωπίζουμε, κάθε ιδιότητα που μας αποδίδεται από το κοινωνικό πλαίσιο και τις αντίστοιχες κοινωνικές κατασκευές, είναι και ένα κομμάτι μέσα μας που αξίζει να ενδυναμωθεί.


AV: Πότε και για ποιους λόγους ένας καταθλιπτικός απευθύνεται στον ψυχολόγο;

Το καταθλιπτικό άτομο συνήθως βιώνει ψυχικό πόνο σε καθημερινή βάση, σε έντονο βαθμό. Οι λόγοι και οι χρονικές συγκυρίες κατά τις οποίες παίρνει τελικά την απόφαση να απευθυνθεί σε ψυχολόγο ή άλλο ειδικό της ψυχικής υγείας διαφέρουν από άτομο σε άτομο. Η ίδια η ταλαιπωρία της θλίψης και των δυσκολιών που μοιάζουν αξεπέραστες είναι ένας από αυτούς, οπότε κάποιος-α ζητά ανακούφιση και διέξοδο από ό,τι του μοιάζει δυσβάσταχτο. Σε άλλη περίπτωση το άτομο ή/και οι οικείοι του ανησυχούν για τη σωματική του ακεραιότητα, αφού μπορεί να έχουν εμφανιστεί ιδέες θανάτου, ακόμα και τάσεις ή απόπειρες αυτοκτονίας. Ακόμα όμως και αν κάποιος-α δε βρίσκεται σε αυτό το σημείο, μπορεί να παρατηρεί ότι έχει πλέον αξεπέραστες δυσκολίες στην καθημερινότητά του. Δυσκολεύεται να αποδώσει στην εργασία του, απέχει από δραστηριότητες που τον/την ευχαριστούν, οι σχέσεις του περνάνε κρίση, δε βρίσκει χαρά σε τίποτα (η λεγόμενη ανηδονία). Η κατάθλιψη λοιπόν μπορεί να δημιουργήσει δυσκολίες σε πολλά επίπεδα της ατομικότητάς μας, στη συμπεριφορά και τις δράσεις μας.

AV: Πότε τον παραπέμπετε σε ψυχίατρο και ποια η διαφορά της ψυχολογικής από την ψυχιατρική αντιμετώπιση της κατάθλιψης;

Το πότε κάποιος-α με κατάθλιψη παραπέμπεται σε ψυχίατρο, μπορεί να έχει αρκετές απαντήσεις. Εξαρτάται από τις επιθυμίες του ίδιου του ατόμου, από τον τρόπο που ο/η ψυχολόγος – ψυχοθεραπευτής-τρια “δουλεύει” το πρόβλημα σε συνεργασία με το θεραπευόμενο-η, από την ύπαρξη ή μη υποστηρικτικού περιβάλλοντος, από το ιστορικό και άλλων καταθλίψεων στο παρελθόν κ.α. Σίγουρα βέβαια υπάρχει ένα δεδομένο κριτήριο που καθορίζει την άμεση παραπομπή σε ψυχίατρο και δεν είναι άλλο από τον φόβο ότι το άτομο που αιτείται βοήθεια μπορεί να βλάψει τον εαυτό του, έχει δηλ. αυτοκτονικές ιδέες ή ίσως έχει ήδη διαπράξει και απόπειρα να αφαιρέσει τη ζωή του/της. Η ψυχ-ιατρική αντιμετώπιση της κατάθλιψης δεν είναι άλλη από τη φαρμακευτική αγωγή, κατά κύριο λόγο δηλαδή τα αντικαταθλιπτικά φάρμακα. Η ψυχολογική ή καλύτερα ψυχοθεραπευτική αντιμετώπιση συμπεριλαμβάνει την ψυχοθεραπεία, μια διαδικασία δηλ. εσωτερικής αναζήτησης και δουλειάς με τον εαυτό που θα βοηθήσει το άτομο να αντιμετωπίσει τα συμπτώματα που το καταβάλλουν, αλλά να πάει ίσως και πιο βαθιά, στην αναγνώριση των αιτιών που, μαζί με άλλους παράγοντες, οδήγησαν στην κατάθλιψη και έτσι, αναγνωρίζοντάς τα, να προσεγγίσει τρόπους αλλαγής και εξέλιξης.

xristidi_elenaΣίγουρα λοιπόν μιλάμε για δύο διαφορετικές προσεγγίσεις (ψυχιατρική/ψυχοθεραπευτική), οι οποίες όμως δεν καταργούν η μία την άλλη. Το αντίθετο, σε πολλές περιπτώσεις μπορεί να “δουλέψου픨ταυτόχρονα και το άτομο να βοηθηθεί ουσιαστικά και σε βάθος.

AV: Πόσο συχνά ένα ΛΟΑΤΚΙ άτομο αντιμετωπίζει κατάθλιψη; Είναι το ίδιο ποσοστό με τα υπόλοιπα άτομα;

Διάφορες έρευνες συνηγορούν στο ότι τα ΛΟΑΤΚΙ* άτομα παρουσιάζουν κατάθλιψη σε υψηλότερα ποσοστά από ό,τι ο γενικός πληθυσμός. Το σημαντικό εδώ είναι να εντοπίζουμε όλες τις πιθανές ερμηνείες τέτοιων συμπερασμάτων και να ανοίγουμε τα αυτιά και τα μάτια μας και για περαιτέρω ερμηνείες που ακόμα δεν έχουν προσεγγιστεί. Το σίγουρο είναι ότι το κοινωνικό στίγμα, τα στερεότυπα, η καταπάτηση δικαιωμάτων (σε θεσμικό και άλλο επίπεδο) και άλλα ανάλογα στοιχεία που αφορούν τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα και τα βιώματά τους, φαίνεται να αλληλεπιδρούν άμεσα με το δείκτη εμφάνισης κατάθλιψης αλλά και αγχωδών διαταραχών.

AV: Τι θα συμβουλεύατε όσον αφορά κάποια χρήσιμα και λειτουργικά βήματα, τα οποία θα μπορούσε να ακολουθήσει ένα άτομο που βιώνει αυτή τη διπλή διάκριση λόγω του στίγματος και των δύο;

Δεν υπάρχουν συγκεκριμένα βήματα. Υπάρχει όμως ίσως η επιθυμία να εξερευνούμε όλες μας τις ταυτότητες, να συμφιλιωνόμαστε μαζί τους και να συμπορευόμαστε. Κάθε στίγμα που αντιμετωπίζουμε, κάθε ιδιότητα που μας αποδίδεται από το κοινωνικό πλαίσιο και τις αντίστοιχες κοινωνικές κατασκευές, είναι και ένα κομμάτι μέσα μας που αξίζει να ενδυναμωθεί. Αν υπάρχει λοιπόν κάποια συμβουλή, είναι να στοχεύσουμε στην προσωπική εξερεύνηση και ενδυνάμωση. Να ζητάμε βοήθεια, να εκφραζόμαστε, να προσπαθούμε να ακούμε τις ανάγκες μας και τις εσωτερικές μας φωνές. Σε πρακτικό επίπεδο μπορεί σε αυτό να μας βοηθήσει η ψυχοθεραπεία. Δεν είναι ο μόνος δρόμος, είναι όμως ένα μονοπάτι.


Δημήτρης Παπαδημητριάδης MD MSc, Ψυχίατρος – Ψυχοθεραπευτής: Η επίδραση των κοινωνικών συνθηκών και του στρες της καθημερινότητας στην αιτιοπαθογένεια της κατάθλιψης, αλλά και των λοιπών προβλημάτων ψυχικής υγείας, είναι ένα αδιαμφισβήτητο επιστημονικό δεδομένο.


AV: Πότε και για ποιους λόγους ένας καταθλιπτικός απευθύνεται στον ψυχίατρο;

Δημήτρης Παπαδημητριάδης: Ένας οποιοδήποτε άνθρωπος, σε οποιαδήποτε ηλικία, που αισθάνεται επίμονα φτωχή διάθεση σε όλες τις πτυχές της ζωής και χαμηλή αυτοεκτίμηση, με απώλεια του ενδιαφέροντος ή της ικανοποίησης για προηγούμενα ευχάριστες δραστηριότητες της καθημερινότητας, έχει κάθε λόγο να αναζητήσει τη βοήθειά μας. Πολύ περισσότερο δε, όταν επηρεάζονται ο ύπνος και η όρεξη για το φαγητό και πλημμυρίζουν το μυαλό ιδέες αναξιότητας, ανικανότητας, ενοχής, ντροπής, αμφισβήτησης για την αξία της ίδιας της ζωής, ή συναισθήματα αυτολύπησης, απελπισίας, θυμού, ακόμη και μίσους για τον εαυτό. Ακόμη, πρέπει να απευθύνεται σε εμάς ένας άνθρωπος με πολλαπλά σωματικά συμπτώματα που δεν εξηγούνται από καμία άλλη παθολογία του οργανισμού, όπως οι πονοκέφαλοι, η αυχεναλγία, η οσφυαλγία, τα πεπτικά προβλήματα, η σταθερή κόπωση, η μειωμένη σεξουαλική επιθυμία, η απώλεια της συγκέντρωσης και της προσοχής, η απρόσμενα φτωχή μνήμη, κ.α., καθώς αποτελούν εκδηλώσεις στο 65% των ασθενών με κατάθλιψη.

papadimitriadis_dimitrisΓια τους ειδικούς της ψυχικής υγείας, η αντιμετώπιση της κατάθλιψης δεν αποσκοπεί μόνο στη βελτίωση της ποιότητας της ζωής του ανθρώπου και του περιβάλλοντός του, αλλά αποτελεί ταυτόχρονα μέρος της συνολικής προσπάθειας των επιστημών της υγείας για την αύξηση του προσδόκιμου επιβίωσης. Και αυτό γιατί η κατάθλιψη συνδέεται με σχεδόν διπλάσιο κίνδυνο καρδιαγγειακής νόσου, ανεξάρτητα από άλλους γνωστούς παράγοντες κινδύνου όπως το κάπνισμα, και επίσης με την κατάχρηση αλκοόλ και άλλων ψυχοδραστικών ουσιών και ασφαλώς με την αυτοκτονία.

AV: Πόσο συχνά ένα ΛΟΑΤΚΙ άτομο αντιμετωπίζει κατάθλιψη; Είναι το ίδιο ποσοστό με τα υπόλοιπα άτομα;

Δημήτρης Παπαδημητριάδης: Δυστυχώς, σε ό,τι αφορά στη χώρα μας, η σοβαρή και δημοσιευμένη έρευνα που θα μπορούσε να απαντήσει με αξιόπιστα στοιχεία στο ερώτημά σας είναι περίπου ανύπαρκτη. Ωστόσο, γνωρίζουμε ότι διεθνώς 12% των λεσβιών και 11% των ομοφυλόφιλων προσέρχονται με διαταραχές της ψυχικής υγείας, σε σύγκριση με το 6% των ετεροφυλόφιλων γυναικών και το 5% των ετεροφυλόφιλων ανδρών. Τα αντίστοιχα ποσοστά για τα αμφισεξουαλικά άτομα είναι 19% στις γυναίκες και 15% στους άνδρες – ενώ αποκλίνουν ακόμη περισσότερο για τα τρανσεξουαλικά, κουήρ και ίντερσεξ άτομα -, πιθανότατα επειδή δοκιμάζουν τον αποκλεισμό τόσο στην ετεροφυλοφιλική όσο και στην ομοφυλοφιλική κοινότητα και την ίδια στιγμή η ψυχολογική αφομοίωση του μικτού προσανατολισμού είναι πιο δύσκολη.

Επιτρέψτε μου να προσθέσω ότι μόλις 37% των ΛΟΑΤΚΙ νέων ανθρώπων αναφέρουν ότι νιώθουν ευτυχισμένοι, όταν το αντίστοιχο ποσοστό στους ετεροφυλόφιλους νέους είναι 67%, και είναι κατά δύο έως τρεις φορές περισσότερο πιθανό ότι θα αποπειραθούν να αυτοκτονήσουν. Ομοίως, η κατάχρηση αλκοόλ και άλλων ψυχοδραστικών ουσιών, συμπεριλαμβανομένων των ηρεμιστικών φαρμάκων, είναι διπλάσια σε σύγκριση με τον ετεροφυλόφιλο πληθυσμό.

Αυτές οι τρομακτικές διαφορές, που καταγράφουν οι έρευνες, αποδίδονται το δίχως άλλο στις διακρίσεις, στον εκφοβισμό και στο στίγμα που ταλαιπωρούν τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα. Χαρακτηριστικά, οι ΛΟΑΤΚΙ μαθητές και φοιτητές παρενοχλούνται και υπόκεινται σε λεκτική, ψυχολογική ή σωματική βία με διπλάσια συχνότητα, ενώ παρουσιάζουν χαμηλότερο μέσο όρο βαθμολογίας και περισσότερες απουσίες, ακριβώς γιατί ο χώρος του εκπαιδευτικού ιδρύματος όπου φοιτούν δεν βιώνεται ως ασφαλής, ούτε είναι ευχάριστος και δημιουργικός.

Εξάλλου, η επίδραση των κοινωνικών συνθηκών και του στρες της καθημερινότητας στην αιτιοπαθογένεια της κατάθλιψης, αλλά και των λοιπών προβλημάτων ψυχικής υγείας, είναι ένα αδιαμφισβήτητο επιστημονικό δεδομένο. Στη διάρκεια της ζωής τους, τα ΛΟΑΤΚΙ άτομα έχουν να αντεπεξέλθουν στην εχθρότητα ή την απόρριψη από την οικογένεια και τους φίλους, στο σχολικό εκφοβισμό, στο διωγμό των θρησκευτικών οργανισμών, στον κίνδυνο της βίας σε δημόσιους χώρους, στην παρενόχληση από γνωστούς και αγνώστους και στις διακρίσεις στην εργασία, ενώ χρειάζεται να μεταβολίζουν καθημερινά τα περιστασιακά ομοφοβικά σχόλια και τα αρνητικά στερεότυπα που προβάλλονται από τα ΜΜΕ είτε ευθέως, είτε έμμεσα, καθώς επίσης τις αδόκιμες τοποθετήσεις δογματικών, μη ειδικών αλλά ενίοτε επιδραστικών, ανθρώπων που συχνά – πυκνά αναφέρονται στη διαφορετικότητα με όρους ηθικής εκτροπής ή, ακόμη χειρότερα, ασθένειας.

Όλες αυτές οι τραυματικές εμπειρίες, ή ο φόβος για το φόβο που συσσωρεύεται στο χρόνο, οδηγούν δυνητικά σε σημαντικές εσωτερικές συγκρούσεις, ήδη από την πιο ευαίσθητη ηλικία, και δυσχεραίνουν την αποδοχή του φυσικού προσανατολισμού, ενίοτε μέχρι την άρνηση ή τη διπλή ζωή για πολλά χρόνια, με ολέθρια αποτελέσματα για τη διάθεση. Επιπρόσθετοι ψυχολογικοί, κοινωνικοί ή βιολογικοί παράγοντες όπως η ηλικία, η θρησκευτική πίστη, η εθνικότητα, αλλά και η συννοσηρότητα με άλλα προβλήματα όπως ένα άλλο νόσημα ή ακόμη-ακόμη ο HIV, περιπλέκουν περαιτέρω τη συναισθηματική υγεία.

AV: Θεωρείτε ότι η κατάθλιψη είναι ασθένεια ή κατάσταση; Πόσο έχουν βοηθήσει τα media και η κοινωνία για τη δημιουργία της μίας ή της άλλης αντίληψης;

Δημήτρης Παπαδημητριάδης: Παρακαλώ επιτρέψτε μου να σας υπογραμμίσω πως όταν αναφερόμαστε στην κατάθλιψη, οι ειδικοί επιστήμονες εννοούμε ένα νόσημα που προσδιορίζεται με συγκεκριμένα διαγνωστικά κριτήρια. Στην κατάθλιψη η μελαγχολική διάθεση έχει διαφορετική ποιότητα από εκείνη της θλίψης που ακολουθεί μια δυσάρεστη είδηση, μια ματαίωση ή μια απώλεια. Ήδη στην αρχαιότητα ο Ιπποκράτης περιέγραφε ένα σύνδρομο μελαγχολίας ως μία διακριτή ασθένεια με ιδιαίτερα ψυχικά και σωματικά σημεία και συμπτώματα.

Σήμερα, αναγνωρίζουμε στην προέλευση της κατάθλιψης τη σημασία τόσο των κοινωνικών και ψυχολογικών παραγόντων, όσο και των βιολογικών. Δεχόμαστε, πλέον, με αποδείξεις ότι σε ένα σημαντικό ποσοστό των ανθρώπων υπάρχει μια βιολογική ευαλωτότητα, επίκτητη είτε γενετική, ενίοτε συνδυαστικά με πυρηνικές πεποιθήσεις για την ερμηνεία του κόσμου τις οποίες χτίζουμε από την παιδική ηλικία. Αυτή η εγγενής ευαισθησία μας προδιαθέτει και εκδηλώνουμε την κατάθλιψη όταν βρισκόμαστε στις κατάλληλες συνθήκες. Είναι, για παράδειγμα, ενδιαφέρουσες οι ανακαλύψεις μας σε αυτό τον αιώνα για την ύπαρξη μιας παραλλαγής στο γονίδιο που εκφράζει την κατασκευή του πρωτεϊνικού μεταφορέα για έναν νευροδιαβιβαστή που λέγεται σεροτονίνη (5- ΗΤΤ), για τις ανατομικές διαφορές που παρατηρούνται σε συγκεκριμένες δομές του εγκεφάλου ασθενών με κατάθλιψη (όπως ο θάλαμος, ο ιππόκαμπος, τα βασικά γάγγλια, ο πρόσθιος λοβός, κα.), οι επιδράσεις ορμονών όπως τα οιστρογόνα, αλλά και παραγόντων του ανοσοποιητικού συστήματος όπως ο IL-6 και ο TNF-α σε καταστάσεις χρόνιας φλεγμονής, κακής διατροφής, καπνίσματος κ.α. Και βέβαια, είναι πολύ εμπεριστατωμένος ο ρόλος ορισμένων νευροδιαβιβαστικών ουσιών του εγκεφάλου σε συγκεκριμένα μονοπάτια σηματοδοτήσεων, στους οποίους και απευθύνονται οι φαρμακολογικές θεραπείες.

Συμπληρώνω, ως προς την ερώτησή σας, τη γνώμη μου ότι τα ΜΜΕ μάλλον αποφεύγουν να αναφέρονται στην αντικειμενική πραγματικότητα της κατάθλιψης, με φόβο για τα δυσάρεστα θέματα που δεν ψυχαγωγούν το γενικό κοινό τους. Προφανώς, αυτό δεν βοηθάει καθόλου την προσπάθειά μας απέναντι στο στίγμα, που οπωσδήποτε συνεχίζει να υπάρχει στην Ελληνική κοινωνία για την ψυχική υγεία.

AV: Τι θα συμβουλεύατε όσον αφορά κάποια χρήσιμα και λειτουργικά βήματα, τα οποία θα μπορούσε να ακολουθήσει ένα άτομο που βιώνει αυτή τη διπλή διάκριση λόγω του στίγματος και των δύο;

Δημήτρης Παπαδημητριάδης: Νομίζω ότι η σημαντικότερη παρότρυνση που μπορούμε να απευθύνουμε οι ειδικοί στους ΛΟΑΤΚΙ συνανθρώπους μας είναι η αποδοχή του φυσικού προσανατολισμού τους – η συμφιλίωση με αυτό το δεδομένο και η αποκάλυψη στο περιβάλλον, σε αντιδιαστολή με την απόκρυψη και την εσωστρέφεια που μόνο δηλητηριάζουν το συναίσθημα και μεγεθύνουν το στρες -. Όλες οι μελέτες καταδεικνύουν ότι ο βαθμός αποδοχής είναι ευθέως ανάλογος με την ποιότητα της ζωής και το επίπεδο της ψυχικής υγείας.

Τόσο σε ό,τι αφορά στο σεξουαλικό προσανατολισμό μας, όσο και σε ό,τι αφορά στην κατάθλιψη, οφείλουμε να εγκαταλείπουμε το σκοτάδι της άρνησης και να ερχόμαστε στο φως. Οι σκιές είναι συνήθως πολύ μεγαλύτερες από την πραγματική διάσταση των πραγμάτων και ειδικά αυτή η βαριά σκιά που ονομάζεται κατάθλιψη μπορεί να κάνει την απόσταση μέχρι τη λύση να μοιάζει τεράστια. Διαβεβαιώνω τους αναγνώστες σας ότι πρόκειται για ένα μικρό βήμα. Υπάρχει εξειδικευμένη βοήθεια, όπως η Γνωσιακή ψυχοθεραπεία και η φαρμακολογική θεραπεία, με την εποπτεία των επιστημόνων της ψυχικής υγείας. Αυτή η βοήθεια είναι αδίκως δαιμονοποιημένη στην αντίληψη αρκετών ανθρώπων και τουναντίον μπορεί να ωφελήσει πραγματικά. Το στίγμα μπορεί να καταπολεμηθεί μόνο μέσα από την ενημέρωση, την εκπαίδευση και την εξωστρέφεια! Όπως σας είπα και στην αρχή, οποιοσδήποτε άνθρωπος μπορεί να βρεθεί στην κατάθλιψη. Οι διαταραχές του συναισθήματος δεν κάνουν διακρίσεις, οι άνθρωποι τις κάνουμε, με τον τρόπο που σκεφτόμαστε για όλα αυτά.

ΚΟΙΝΟΠΟΙΗΣΗ